Λὲς καὶ ἦταν ὄνομα καὶ πράμα ὁ Ἄγγελος. Λεπτοκαμωμένος, μὲ ὁλοκάθαρα μάτια καὶ φωτεινὸ μέτωπο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ μονάκριβη ἀδελφή του, ἡ Ἐλπίδα, μικρότερή του κατὰ δύο χρόνια. Δὲν τοὺς εἶχε μολύνει ὁ κόσμος. Πρόσεχαν στὴ ζωή τους, εἶχαν τὸν ἴδιο Πνευματικό, κοινωνοῦσαν τακτικὰ καὶ ἀφοσιώνονταν στὶς σπουδές τους: ὁ Ἄγγελος στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ καὶ ἡ Ἐλπίδα στὴ Φιλοσοφική. Κανεὶς ὅμως δὲν γνώριζε τὸ δράμα ποὺ ἔζησαν καὶ ζοῦσαν στὸ σπίτι τους. Εἶχαν ἔλθει ἀπὸ μακρινὴ ἐπαρχία στὴν Ἀθήνα καὶ ἀπέφευγαν διακριτικὰ πολλὲς γνωριμίες καὶ σχέσεις μὲ γείτονες καὶ ἄλλους.
«Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες αὐτοῖς κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς» (Ἡσ. κς΄ [26] 15).







