Σα δάκρυά σου τα σύμπονα προσμένω , όχι το θρήνο και τον κοπετό σου , τις άναρθρες κραυγές σου πάνω από το άψυχο σώμα μου και το σταυρό στο κοιμητήρι.
Τι να τα κάνω τα ατέλειωτα τα μοιρολόγια, τις λιγοθυμιές, το μαυροφόρεμά σου;
Και ενώ περιμένω συνέχεια να σε υποδεχτώ στης Μάνας Εκκλησιάς τις δεήσεις, να ικετεύεις και συ για μένα και να παρακαλάς τον λυτρωτή για την συγχώρεση και την ανάπαυσή μου, εσύ σταμάτησες να έρχεσαι γιατί λες ότι πενθείς!




