Ἐπιστολὴ εἰς πνευματικά
του τέκνα
Εὔχομαι ἡ Παναγία μας πάντοτε νὰ σᾶς σκεπάζῃ. Νὰ βιάσετε τὸν ἐαυτόν σας. Νὰ
κάθεσθε ἔστω τώρα στὴν ἀρχή, ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας, καὶ κατόπιν νὰ τὸ αὐξήσετε
σὲ μισὴ ὥρα, κοκ.. Νὰ κάθεσθε σὲ ἕνα κάθισμα, καὶ νὰ λέτε τὴν εὐχή: «Κύριε
Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Νὰ τὴν λέτε μία - μία λέξι, κατανοητά, καταληπτά.
Νὰ μὴ προχωρῆτε στὴν δεύτερη λέξι, ἂν δὲν καταλάβετε τὴν πρώτην. Νὰ τονίζετε
περισσότερον τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ τὸ «ἐλέησόν με».Θὰ σᾶς ἔρθη τώρα στὴν ἀρχὴ ὕπνος καὶ ῥᾳθυμία καὶ μετεωρισμὸς καὶ ἀμέλεια, ἀλλὰ ἐσεῖς γρήγορα νὰ συνέρχεσθε. Ὅταν λέτε τὴν εὐχήν, νὰ θεωρῆτε τὸν ἐαυτόν σας τώρα στὴν ἀρχήν, ὅτι εἶσθε στὴν κόλασι, καὶ νὰ φωνάζετε κλαίοντας ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν, ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, καὶ τὰ ὅμοια τούτω.
Ὅσον σᾶς εἶναι δυνατὸν βιάσατε τὸν ἐαυτόν σας στὰ δάκρυα. Μὴ φοβηθῆτε, ὅταν ἀκούσετε κρότους – κτύπους. Αὐτὸ τὸ σύστημα, αὐτὴν τὴν τάξιν θὰ τὴν κάνετε τρὶς φορὲς τὴν ἡμέρα. Πρωὶ – μεσημέρι – βράδυ. Ἐὰν δὲν μπορεῖτε τρὶς φορές, τουλάχιστον δυὸ φορὲς πρωὶ καὶ βράδυ, ἢ ἔστω μόνον τὸ βράδυ.
Κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, νὰ μὴ δέχεσθε οὔτε φαντασία οὔτε μορφή, οὔτε εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἢ ἄλλου τινος Ἁγίου, οὔτε καὶ τὶς λέξεις τῆς εὐχῆς νὰ βλέπετε νοερῶς. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα τώρα στὴν ἀρχήν, τὰ δὲ ἄλλα σὺν τῷ χρόνῳ.
Μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη,
Ἐφραίμ
Περὶ νοερᾶς προσευχῆς
Ἀπάντησις: Δὲν μποροῦμε νὰ περιορίσωμεν τὸν Θεὸν καὶ νὰ τοῦ ποῦμε, ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλευρὰν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν χάριν. Ἡ χάρις εὑρίσκεται διὰ πολλῶν μέσων. Διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, διὰ τῆς μεταλήψεως, διὰ τῆς προσευχῆς, κλπ. Διὰ τῶν πρώτων ὅμως ἀργεῖ νὰ βρῇ ὁ ἄνθρωπος τὴν χάριν, ἐνῷ μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, κατὰ συντομότερον δρόμον βρίσκει τὴν χάριν.
Κάνοντας ὁ ἄνθρωπος νοερὰ προσευχή, ἔρχεται σιγὰ-σιγὰ σὲ ἀπάθεια. Φεύγουν ὅλες αἱ παραφυάδες, ὅλα τὰ ζιζάνια ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μένει ὁ ἄνθρωπος τρόπον τινὰ σκέτος, ὁπότε ἡ νοερὰ προσευχὴ κατόπιν κτίζει.
Ἐρώτησις: Δηλαδὴ πρῶτα θὰ γκρεμίση τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον μέσα, θὰ τὸν ξεθεμελιώση, καὶ ἔπειτα θὰ κτίση τὸν καινούργιο ἄνθρωπο τῆς χάριτος;
Ἀπάντησις: Ναί, κάπως ἔτσι.
Νουθεσίαι εἰς συγγενῆ
τοῦ κόρη
Σὲ συμβουλεύω λοιπὸν νὰ προσεύχεσαι συχνά. Νὰ λέγῃς τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ
Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὅσο μπορεῖς συγχνότερα. Νὰ βάλῃς μίαν καλὴν ἀρχήν, καὶ μὲ
τὸν καιρὸν θὰ αἰσθανθῆς τὸν γλυκὸ καρπὸ – χαρά, γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη.
Ὅσο μπορεῖς, νὰ φυλάττῃς καθαρότητα σώματος καὶ ψυχῇς. Συστολὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ σμικρολογία. Ἰδίως νὰ φυλάζεσαι ἀπὸ τὶς κακὲς συναναστροφές.
Καμία ἄλλη ἀρετὴ δὲν ἑνώνει τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν, ὅσον ἡ προσευχή. Ὅσο γιὰ τὰ σκιρτήματα τοῦ Πνεύματος, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη, εἶναι νωρίς. Ἐσὺ βάδιζε τὸν δρόμον ποὺ σοῦ ὑποδεικνύω, λέγοντας αὐτὴν τὴν μικροῦλα εὐχοῦλα, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» ἢ «Ἰησοῦ γλυκύτατε ἐλέησόν με», καὶ θὰ τὰ εὕρης μόνη σου. Καὶ ὅταν ὁ πανάγαθος Θεὸς εὐδοκήση νὰ σὲ χαριτώσῃ, νὰ γνωρίσῃς τὴν γλυκύτητά του, τότε θὰ γίνῃς ἔξαλος ἀπὸ χαράν. Τότε θὰ γνωρίσης, τί θὰ πῇ σκίρτημα, ἢ μᾶλλον, πὼς ἡ ψυχή σου θὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, θὰ διαπερνᾷ τοὺς οὐρανούς, θὰ σχίζῃ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, ἵνα συναντήσῃ τὸν γλυκύτατον τῆς Νυμφίον… Καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ σοῦ τὰ προλέγω.
Προχώρα ὅπως βαδίζῃς, καὶ τότε θὰ ἰδῆς μὲ τὴν πεῖρα σου, τί εἶναι αὐτὸς ὁ κόσμος, δηλαδὴ οἱ δόξες καὶ τὰ μεγαλεῖα του. Ὅτι ὅλα αὐτὰ μᾶς γίνονται ἐμπόδια εἰς τὸ νὰ ἀρέσωμε εἰς τὸν Θεόν. Πολλὰ εἶναι τὰ ἐμπόδια γιὰ νὰ εὐαρεστήσωμε τὸν θεόν. Τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος.
Ὅπου κι ἂν εὑρίσκεσαι, νὰ προσεύχεσαι. Ὄχι μόνον μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ νὰ λέγῃς αὐτὴν τὴν χαριτόβρυτο εὐχούλα. Καὶ ἐκκλησία καὶ θρόνος Θεοῦ καὶ παράδεισος, εἶναι αὐτὴ ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς καὶ τὸ ἀντίθετον. Καὶ κόλασις καὶ θρόνος τοῦ διαβόλου πάλιν εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν θέλησιν λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, νὰ κάνῃ τὴν καρδίαν τοῦ Παραδείσου καὶ θρόνον Θεοῦ, προσευχόμενος, καὶ ποιώντας ἔργα καλά, καὶ οὐχὶ τοῦ διαβόλου. Ὁ Γέροντάς μου ὁ μακαρίτης ὁ γ. Ἰωσήφ, εἶχε γράψει ὁλόκληρο βιβλίον περὶ ἡσυχίας καὶ προσευχῆς. Στὸ κεφάλαιον περὶ θείου ἔρωτος ἔγραφε:
Στοὺς οὐρανοὺς σ᾿ ἀναζητῶ,
ψάχνω γιὰ νὰ σὲ εὑρῶ,Ὅσο μπορεῖς, νὰ φυλάττῃς καθαρότητα σώματος καὶ ψυχῇς. Συστολὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ σμικρολογία. Ἰδίως νὰ φυλάζεσαι ἀπὸ τὶς κακὲς συναναστροφές.
Καμία ἄλλη ἀρετὴ δὲν ἑνώνει τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν, ὅσον ἡ προσευχή. Ὅσο γιὰ τὰ σκιρτήματα τοῦ Πνεύματος, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη, εἶναι νωρίς. Ἐσὺ βάδιζε τὸν δρόμον ποὺ σοῦ ὑποδεικνύω, λέγοντας αὐτὴν τὴν μικροῦλα εὐχοῦλα, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» ἢ «Ἰησοῦ γλυκύτατε ἐλέησόν με», καὶ θὰ τὰ εὕρης μόνη σου. Καὶ ὅταν ὁ πανάγαθος Θεὸς εὐδοκήση νὰ σὲ χαριτώσῃ, νὰ γνωρίσῃς τὴν γλυκύτητά του, τότε θὰ γίνῃς ἔξαλος ἀπὸ χαράν. Τότε θὰ γνωρίσης, τί θὰ πῇ σκίρτημα, ἢ μᾶλλον, πὼς ἡ ψυχή σου θὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, θὰ διαπερνᾷ τοὺς οὐρανούς, θὰ σχίζῃ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, ἵνα συναντήσῃ τὸν γλυκύτατον τῆς Νυμφίον… Καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ σοῦ τὰ προλέγω.
Προχώρα ὅπως βαδίζῃς, καὶ τότε θὰ ἰδῆς μὲ τὴν πεῖρα σου, τί εἶναι αὐτὸς ὁ κόσμος, δηλαδὴ οἱ δόξες καὶ τὰ μεγαλεῖα του. Ὅτι ὅλα αὐτὰ μᾶς γίνονται ἐμπόδια εἰς τὸ νὰ ἀρέσωμε εἰς τὸν Θεόν. Πολλὰ εἶναι τὰ ἐμπόδια γιὰ νὰ εὐαρεστήσωμε τὸν θεόν. Τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος.
Ὅπου κι ἂν εὑρίσκεσαι, νὰ προσεύχεσαι. Ὄχι μόνον μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ νὰ λέγῃς αὐτὴν τὴν χαριτόβρυτο εὐχούλα. Καὶ ἐκκλησία καὶ θρόνος Θεοῦ καὶ παράδεισος, εἶναι αὐτὴ ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς καὶ τὸ ἀντίθετον. Καὶ κόλασις καὶ θρόνος τοῦ διαβόλου πάλιν εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν θέλησιν λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, νὰ κάνῃ τὴν καρδίαν τοῦ Παραδείσου καὶ θρόνον Θεοῦ, προσευχόμενος, καὶ ποιώντας ἔργα καλά, καὶ οὐχὶ τοῦ διαβόλου. Ὁ Γέροντάς μου ὁ μακαρίτης ὁ γ. Ἰωσήφ, εἶχε γράψει ὁλόκληρο βιβλίον περὶ ἡσυχίας καὶ προσευχῆς. Στὸ κεφάλαιον περὶ θείου ἔρωτος ἔγραφε:
Στοὺς οὐρανοὺς σ᾿ ἀναζητῶ,
κι ὅταν σκιρτᾷς κατανοῶ,
ὅτι μέσα μου σὲ ἔχω.
Δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦ Χριστόν. Ὁ Χριστὸς διαρκῶς φωνάζει στὸ Εὐαγγέλιό του «Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».
Περί δακρύων
Τὰ δάκρυα εἶναι μεταξὺ ἐμπαθείας καὶ ἀπαθείας. Τὰ δάκρυα καθαρίζουν. Εἶναι τὰ ἀρχαρήτικα δάκρυα, δηλαδὴ τὰ δάκρυα
μετανοίας. Ἤτοι σκέπτεσαι, ἐὰν κολασθῶ; Θὰ εἶμαι μὲ τὸν Χριστὸν ἢ μὲ τὸν
διάβολον; Ἐὰν θὰ εἶμαι αἰώνια εἰς τὴν κόλασιν; Τότε τί θὰ κάνω; κοκ.
Κατόπιν ἔρχονται τὰ δάκρυα τῆς χάριτος. Τὰ δάκρυα αὐτὰ εἶναι τόσον γλυκά,
ὥστε ὅταν μοῦ ἤρχοντο ἔλεγα: Θεέ μου εἰς τὸν παράδεισον τίποτε ἄλλον δὲν θέλω,
παρὰ νὰ κλαίω ἔτσι. Αὐτὰ τὰ δάκρυα ἔρχονται ὕστερα. Τὰ δάκρυα εἶναι ἡ τροφὴ τῆς
ψυχῆς. Ὅπως τὸ σῶμα τρέφεται μὲ καλὴν
τροφὴ ζωογονεῖται, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ τρέφεται μὲ τὰ δάκρυα καὶ ζωογονεῖται.
Νὰ καλλιεργῇς τὰ δάκρυα. Νὰ καλλιεργῇς
τὶς εἰκόνες, τὶς σκέψεις, ποὺ φέρνουν δάκρυα. Ἐγὼ καλλιεργοῦσα τὴν εἰκόνα
τοῦ νεκροῦ σώματος τοῦ γ. Ἰωσήφ. Ὅταν τὸν φίλησα καὶ τὸν βάλαμε στὸ μνῆμα.
Σκεπτόμουνα, ὅτι κι ἐγὼ σύντομα ἔτσι θὰ γίνω. Σκεπτόμουνα, μήπως ὁ Θεὸς δὲν μὲ
δεχθῆ, δὲν μὲ συγχωρήση, κοκ.
Ὅταν προσεύχεσαι νὰ προσπαθῇς νὰ ἔχῃς δάκρυα. Γίνεται συνήθεια κατόπιν καὶ
κλαῖς εἰς τὴν προσευχήν σου. Ὅταν ἔχῃς δάκρυα εἰς τὴν προσευχή, ὁτιδήποτε δάκρυα, πηγαίνεις μπροστά. Ὅταν
σταματήσουν τὰ δάκρυα πᾷς ὀπίσω. Τὰ πολλὰ δάκρυα δίνουν τὴν χάριν. Ἀρχικῶς
σκεπτόμουνα, ὅτι σὲ λίγο θὰ πεθάνω. Τώρα ἔχω χρόνον νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ
μετανοήσω. Μόλις πεθάνω, τίποτε δὲν ὠφελοῦν τὰ δάκρυα. Τώρα μόνον μπορῶ νὰ
κλάψω γιὰ τὴν ψυχή μου. Ἔβαζα τὸν ἐαυτόν μου εἰς τὴν κόλασι. Ἔτσι ὀλίγον κατ᾿
ὀλίγον καλλιεργοῦσα τὰ δάκρυα, καὶ μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἔκλαιγα ὅσο ἤθελα καὶ
ὅποτε ἤθελα.
Ἐγὼ πῆρα τὸν δρόμον τῶν δακρύων. Ἔλεγα εἰς τὸν γ. Ἰωσὴφ διὰ τὰ πολλά μου
δάκρυα καὶ μοῦ ἀπαντοῦσε: Ἐσὺ ἔτσι θὰ
εὕρῃς τὴν χάριν, μὲ τὰ δάκρυα. Ἄλλος δρόμος εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Καὶ
πράγματι ἔτσι κι ἔγινε. Ἐγὼ βρῆκα τὴν χάριν μὲ τὰ πολλὰ δάκρυα.
Ἂν θέλῃς νὰ μὴ ψυχρανθῇ ὁ ζῆλος σου, μὴν ἀφήνῃς τὰ δάκρυα στὴν προσευχή
σου. Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω, εἶναι ὅτι μας παρέδωσε ὁ γ. Ἰωσήφ, καὶ ὅτι ἐκ πείρας
ἐδοκίμασα, εἶδα, καὶ γεύθηκα. Αὐτὰ λέγω.
Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr


