Από την ζωή και τους αγώνες του γ. Κλεόπα Ηλίε (π.Ιωαννίκιος Μπάλαν)


Αναγνώσεις: |


Η αντιγραφή και αποθήκευση έχει καταχωρηθεί επιτυχώς!

Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.

Έχετε αντιγράψει το άρθρο στα αγαπημένα στις:

Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.
Το έτος 1947, κάποια νύκτα της περιόδου της νηστείας των Χριστουγέννων, ο π. Κλεόπας εξωμολογούσε πολύ κόσμο μέχρι στις 12 τα μεσάνυκτα και ήτο κουρασμένος. Οταν ξεκίνησε λίγο να αναπαυθή, μπήκε στο εξομολογητήριο μία γυναίκα, ταραγμένη και κλαίουσα του είπε:

-Πάτερ, περιμένω εδώ έξι ώρες. . . Ηλθα να εξομολογηθώ, διότι έχω μεγάλη αμαρτία μέσα στην καρδιά μου.

-Παιδί μου, τώρα είμαι κουρασμένος. Σε παρακαλώ να έλθης το πρωί.

-Πάτερ, εάν δεν με δεχθής τώρα στην εξομολόγησι, εγώ θα πάω να κρεμασθώ. Κύτταξε, έχω και το σχοινί στα χέρια μου. Εκανα μεγάλη αμαρτία, διότι εσκότωσα με άμβλωσι πολλά παιδιά. Δέξου με, διότι δεν ημπορώ άλλο να υπομείνω!

Τότε ο Πατήρ εξομολόγησε αυτή την γυναίκα, την παρηγόρησε, την ενίσχυσε πνευματικά, της έδωσε κανόνα μετανοίας και της έλυσε με την συγχωρητική ευχή την μεγάλη αυτή αμαρτία της.

Την δεύτερη ημέρα αυτή η γυναίκα ήπιε Μεγάλο ‘Αγιασμό, ασπάσθηκε τις Αγιες Εικόνες και επέστρεψε ειρηνική στο σπίτι της.

Παρόμοιες περιπτώσεις επανελήφθησαν πολλές φορές, αλλ’ όμως ο πατήρ Κλεόπας, ως έμπειρος Πνευματικός, με πραότητα και πνευματική σοφία, πάντοτε παρηγορούσε τις Ψυχές αυτές τις ειρήνευε και τις συνεφιλίωνε με όλους.

Πρώτη αναχώρησις του π. Κλεόπα στην έρημο
‘Ο π. Κλεόπας, ευρισκόμενος για πολλά χρόνια με τα πρόβατα στα γύρω βουνά, εγνώριζε όλους τούς τόπους και τα κελλιά των ερημιτών.

‘Ακόμη εγνώριζε αρκετούς μοναχούς ησυχαστάς, οι οποίοι αγωνίζοντο σκληρά στα βάθη των ορεινών κοιλάδων, άγνωστοι από όλους και γνωστοί μόνο από τον Θεο και τον Πνευματικό τους.

Το έτος 1948, στις 21 Μαίου, την ημέρα που εορτάζονται οι Αγιοι Βασιλείς, Κωνσταντίνος και ‘Ελένη, ο Πατήρ ελειτούργησε με τούς άλλους ιερείς της Μονής και εκήρυξε στούς ‘Αδελφούς επαινώντας τον μεγάλο ζήλο των ‘Αγίων Θεοστέπτων Βασιλέων, οι οποίοι έδωσαν ελευθερία στούς Χριστιανούς εκείνου του καιρού και ίδρυσαν αρκετές εκκλησίες.

‘Η Πανοσιότης του είπε περίπου τα εξής στούς μοναχούς της Μονής του: «Να δώση ο Θεός, όπως και οι ιδικοί μας κυβερνήτες να γίνουν όπως οι Αγιοι Βασιλείς για να τούς μνημονεύη και η ‘Εκκλησία στούς αιώνες!» Τοτε ένας από τον λαο μαγνητοφώνησε αυτά τα λόγια του. Την άλλη ημέρα, χωρίς να προλάβη να πάρη τίποτε από τα ρούχα του, τον άρπαξε μία ομάδα ανθρώπων της αστυνομίας, τον έβαλε στο αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στην πόλι Τιργκου Νεάμτς.
Με τον Αγ. Ιουστίνο Πόποβιτς
‘Εκεί τον έβαλαν πέντε ημέρες μέσα σ’ ένα μπουντρούμι, χωρίς νερό και φαγητό, όπου δεν υπήρχε ούτε κρεββάτι. ‘Υπήρχε μόνο το τσιμεντένιο δάπεδο. Κατόπιν τον απέλυσαν, χωρίς να τον δικάσουν.

Μετά από λίγες ημέρες ένας πιστός Χριστιανός είπε στον π. Κλεόπα να αναχωρήση για το δάσος η σε άλλο μέρος ένα διάστημα. ‘Ακούοντας αυτό ο στάρετς, συμβουλεύθηκε κι άλλους Πνευματικούς και την ίδια νύκτα κρύφθηκε στα βουνά της Συχαστρίας, στον τόπο που λέγεται «Το πόδι του κούκου», έξι χιλιόμετρα ψηλότερα από το Μοναστήρι. ‘Εκεί έφτιαξε μία καλύβα από χονδρά ξύλα μέσα στο χώμα και προσευχόταν ακατάπαυστα ημέρα και νύκτα, ζητώντας την βοήθεια και το έλεος του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου.

Μια φορά την εβδομάδα ερχόταν νύκτα ο ιερομόναχος Μακάριος, τον εξωμολογούσε και του έφερνε ολίγα τρόφιμα. ‘Ερχόταν ακόμη και ο μοναχός ‘Αντώνιος από την στάνη των προβάτων, διότι εκεί περιτριγύριζε με τα πρόβατα.
Μας έλεγε ο π. Κλεόπας ότι, όταν έφτιαχνε την υπόγεια κρύπτη του, ήρχοντο μερικά πουλιά και εκάθοντο επάνω στην κορυφή του κεφαλιού του. Οταν εκοινώνησε για πρώτη φορά, έξω από την σπηλιά του, ήλθαν κοντα του ένα κοπάδι, ενώ δεν είχαν παρουσιαθή ποτέ ενωρίτερα. Αυτά είχαν στο μέτωπό τους ένα σημείο με την μορφη σταυρού και κελαηδούσαν πολύ ωραία όλη την στιγμη που αυτός εκοινωνούσε. Κατόπιν επετούσαν μακριά.

‘Αργότερα, όταν του ετελείωσε ο Άγιος Άρτος, απεφάσισε να επιτελή την Θεία Λειτουργία. ‘Αφού προετοιμάσθηκε διαβάζοντας όλες τις προσευχές του, ετοποθέτησε το Αγιο ‘Αντιμήνσιο επάνω σ’ ένα κούτσουρο κι άρχισε την ‘Ακολουθία.

Οταν είπε: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός, και του Υιού, και του ‘Αγίου Πνεύματος, πάντοτε νυν και αεί...» εμφανίσθηκε πάλι το κοπάδι με τα ωραία αυτά πουλιά. Τα πουλιά εκάθισαν σε μια γωνία εκεί κοντα και άρχισαν να τραγουδούν. ‘Ο Πατήρ αναρωτήθηκε μέσα του: «Τι να είναι άρα γε αυτά; Και μία μυστική φωνή από μέσα του, του είπε ότι ήλθαν οι ψάλτες του χορού να ψάλλουν!»

Κατόπιν ετελείωσε η θεία Λειτουργία και κοινώνησε. ‘Αφού έκαμε την απόλυσι τα πουλιά έφυγαν. Και έλεγε ο π. Κλεόπας ότι από τότε δεν είδα στο δάσος πουλιά τόσο ωραία, όσον αυτά. Σίγουρα το γεγονός ότι κοινώνησε και το θαύμα με τα πουλιά, τον παρηγόρησαν πάρα πολύ. Ετσι ευχαρίστησε από καρδίας τον Θεό γι’ αυτήν την μεγάλη φιλανθρωπία Του.

Οσο καιρό έμεινε σ’ αυτόν τον τόπο, τον βοηθούσαν ο Πνευματικός του π. ‘Ιωήλ Γεωργίου, ο τσοπάνης, μοναχός ‘Αντώνιος και ένας Χριστιανός από το χωριό Μιτόκου. Το σύνθημα συναντήσεως με τον π. ‘Αντώνιο ήτο αυτό: ‘Ο μοναχός κτυπούσε μία φορά σ’ ένα ξύλο και, εάν ο Πατήρ άκουγε το κτύπημα, κτυπούσε κι αυτός μία φορά, σε άλλο δένδρο. ‘Εαν ο ένας δεν απαντούσε, ο άλλος επερίμενε μέχρι να ακούση το καθορισμένο σύνθημα.

‘Ο πατήρ ‘Ιωήλ του έφερε τρόφιμα, αλάτι, σιτάρι, παξιμάδι και τα έβαζε κάτω από ένα δένδρο, για να μη γνωρίζη κανείς, τον τόπο όπου ευρισκόταν η σπηλιά του.

‘Ο πατήρ Κλεόπας αγωνιζόταν πολύ στην σπηλιά του, προσευχόμενος ημέρα και νύκτα. Γι’ αυτό και οι δαίμονες του προξενούσαν πολλούς πειρασμούς και τον ετάραζαν είτε ήτο ξύπνιος είτε κοιμώμενος. ‘Ακόμη τον εφόβιζαν με διάφορες φαντασίες, όπως έλεγε αργότερα στούς μαθητάς του:

«Καποια φορά τα μεσάνυκτα, εδιάβαζα τον κανόνα των προσευχών μου και συγκεκριμένα τούς Χαιρετισμούς της Θεοτόκου. Ξαφνικά άρχισε να ακούγεται ένα δυνατό κατρακύλισμα. ‘Εγώ είπα ότι θα είναι μεγάλος σεισμός! Οταν άνοιξα λίγο την πορτίτσα μου, είδα ένα στρατιωτικό άρμα και αρκετούς μαύρους στρατιώτες επάνω σ’ αυτό που κρατούσαν πύρινα ρόπαλα.

Ενας απ’ αυτούς είπε: «Αυτός είναι ο στάρετς της Συχαστρίας! Βαλτε τον επάνω στο άρμα!» Κι αμέσως ενόμισα ότι ευρέθηκα επάνω. Οι ρόδες του άρματος άρχισαν να περιστρέφωνται κι αυτοί ήσαν έτοιμοι με τα πύρινα ρόπαλά τους να με κτυπήσουν και ρίξουν κάτω.

‘Εγώ είχα μαζί μου το Βιβλίο των Χαιρετισμών της Θεοτόκου και είπα: «’Αφηστε με λίγο, διότι έχω ένα κείμενο να διαβάσω στην Κυρία Θεοτόκο!» Την ίδια στιγμη είχαν εξαφανισθή τα πάντα. Δεν είδα ούτε άρμα ούτε κανέναν... και επέστρεψα στην καλύβα μου».

‘Ο πατήρ Κλεόπας καθημερινά εδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας. Καποια ημέρα, όταν άνοιξε το βιβλίο να διαβάση, αισθάνθηκε μία ωραία ευωδία σαν κρίνο και τριαντάφυλλο. Τοτε προσευχήθηκε στον Κυριο να τον διαφυλάξη από τυχόν παγίδες του πονηρού και, εάν δεν είναι από τον Θεο αυτή η ευωδία να την απομακρύνη. Ελεγε ότι αυτή η ευωδία ίσως να ήτο απάτη των δαιμόνων για να τον ρίξουν στην υπερηφάνεια. Διότι έλεγε συχνά ο π. Κλεόπας: «Οταν προσεύχεσαι μη δέχεσαι την παραμικρή αίσθησι ευωδίας η κάποια αισθητή ωραία εμπειρία, διότι τότε, μπορούν να παρουσιασθούν οι δράκοντες και θα σε ρίξουν στην υπερηφάνεια». Οταν άρχισε πάλι την ανάγνωσι του ‘Ακαθίστου Υμνου, δεν αισθάνθηκε πάλι αυτό το άρωμα. Ισως όμως και να προερχόταν κι από την Χαρι της Παναγίας μας. Γι’αυτό, τέτοια φαινόμενα, οφείλουμε να τα εξομολογούμεθα στον Γεροντα μας. Αυτός με πολλή προσευχή και χωρίς βιασύνη θα μας ειπή τι ακριβώς συμβαίνει.

Μετά από έξι μήνες παραμονής στα βουνά, ο π. Κλεόπας επέστρεψε στην Συχαστρία προς μεγάλη χαρά όλων, τόσο των μοναχών, όσο και των ευλαβών Χριστιανών.

Μετά από 40 χρόνια ο π. Κλεόπας μαζί με δύο υποτακτικούς του, ξεκίνησαν για το δάσος να αναζητήσουν την σπηλιά στην οποία έμενε το έτος 1948. ‘Εξερεύνησαν σιγά-σιγά εκείνους τούς τόπους, όπου ο ίδιος ασκήτευσε, αλλά δεν ημπόρεσαν να εύρουν την τοποθεσία. Μετά επήγαν μακρύτερα. Οταν επέστρεφαν κουρασμένοι, σταμάτησαν στην άκρη μιας χαράδρας για να γευθούν κάτι.

Την ώρα που έτρωγαν, ο π. Κλεόπας παρετήρησε ότι εκάθοντο ακριβώς επάνω στον τόπο της υπογείου καλύβας του. Ητο όμως κατεστραμμένη. ‘Ημπορούσαν όμως να ιδούν κομμάτια από την ξυλεία, σίδερα και σανίδια. ‘Ο Πατήρ ήτο πολύ χαρούμενος διότι ευρήκε την σπηλιά, στην οποία έμεινε στην νεότητά του και είπε: «’Ιδου ένα αληθινό θαύμα! Οταν είπαμε ότι ματαίως εδώ κοπιάσαμε ο Κυριος μας χαροποίησε με την ανακάλυψι της καλύβας μου!» Κατόπιν, δοξάζοντας τον Θεο, επέστρεψαν στο Μοναστήρι.


Τό μακάριο τέλος τοῦ π. Κλεόπα
'Ο π. Κλεόπας μέχρι τίς ἡμέρες Παρασκευή καί Σάββατο τοῦ μηνός Νοεμβρίου ἐσυνέχιζε νά συμβουλεύη καί εὐλογῆ τούς προσκυνητάς, Μοναχούς καί λαϊκούς. Ητο πρᾶος στό πρόσωπο, ὡμιλοῦσε μέ γαλήνη καί δέν ἔφευγε κανείς πού ἤθελε νά τόν ἰδῆ. Τούς παρηγοροῦσε ὅλους καί τούς ἐνίσχυε πάντοτε μέ εἰρηνικό τρόπο καί μέ ἀγάπη.

Τήν Κυριακή, 29 Νοεμβρίου, παραμονή τῆς ἑορτῆς τοῦ 'Αποστόλου 'Ανδρέου, πάλι περικυκλώθηκε ἀπό ἀνθρώπους. Τούς ὡμιλοῦσε θερμά, σύντομα καί μέ πολλή πραότητα. Μερικοί ἤρχοντο, ἄλλοι ἔφευγαν, ἐνῶ οἱ μαθηταί του ἐφρόντιζαν γιά ὅλα.

Στίς 11, 30 ἦλθε ἕνας ἀδελφός στήν Πανοσιότητά του γιά νά πάρη εὐλογία γιά τήν κουρά του σέ μοναχό, λέγοντάς του:

-Εὐλόγησέ με, πανοσιώτατε πάτερ Κλεόπα, διότι τό βράδυ στήν 'Ακολουθία γίνομαι μοναχός!

'Αφοῦ τόν εὐλόγησε κι ἔβαλε τό χέρι στό κεφάλι τοῦ ὑποψηφίου, ὁ 'Αδελφός ἐζήτησε ἕνα πνευματικό λόγο γιά τήν εἴσοδό του στόν μοναχισμό. Τότε ὁ στάρετς τοῦ εἶπε:

-'Από τώρα δέν θά ἔχης πατέρα, δέν θά ἔχης μητέρα, οὔτε ἀκόμη ἀδελφούς, οὔτε πλέον συγγενεῖς, οὔτε φίλους, οὔτε ἀκόμη συμπατριῶτες, δέν θά ἔχης σπίτι, δέν θά ἔχης τίποτε! Μόνο τόν Χριστό!

-Πάτερ, τοῦ εἶπε ὁ μαθητής, ἐάν εὕρης παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνθυμήσου κι ἐμένα στίς ἅγιες προσευχές σου!

-Τό ἔλεος τῆς Παναγίας μας νά εἶναι πάντοτε μαζί μας!

Στίς 4 ἡ ὥρα τό ἀπόγευμα ἦλθε ἕνας ἀδελφός νά ζητήση εὐλογία γιά νά γίνη μοναχός, ἀλλά ὁ Πατήρ, δέν τοῦ εἶπε τίποτε καί μόνο ἔβαλε τό χέρι στό κεφάλι τοῦ νεαροῦ ὑποψηφίου.

῎Ετσι, ἀρχίζοντας ἀπό τήν Κυριακή, ὥρα 4 τό ἀπόγευμα, ὁ π. Κλεόπας δέν ἀπαντοῦσε πάλι στίς ἐρωτήσεις τῶν μαθητῶν του καί παρέμενε ἀκίνητος μέ τά μάτια χαμηλωμένα ἐπάνω στό σκαμνί πού ἐκάθοντο αὐτοί πού ἐξωμιολογοῦσε, ὡσάν νά εἶχε ἁρπαγῆ περισσότερο ἀπό 11 ὧρες.

Τήν Δευτέρα τό πρωῒ στίς 10:30 ὁ Γέροντας ἐξύπνησε σάν ἀπό ἕνα βαθύ ὕπνο, εὐδιάθετος καί ψυχικά χαρούμενος. Κατόπιν ἐζήτησε κάτι νά φάγη, λέγοντας: «Εἴδατε κάποιον μοναχό νά τρώγη αὐτή τήν ὥρα;»

Τήν Δευτέρα 30 Νοεμβρίου καί τήν 1ην Δεκεμβρίου ὁ Πατήρ στάθηκε μέ τούς Πιστούς καί τούς ἔδινε συμβουλές, ὡς συνήθως. Τήν Δευτέρα τό ἀπόγευμα, κατά τρόπο ἀσυνήθη, ἄρχισε νά διαβάζη τίς πρωϊνές προσευχές, ἐνῶ ὁ μαθητής του τοῦ εἶπε: «Γέροντα, τώρα εἶναι βράδυ. Τίς προσευχές αὐτές νά τίς διαβάσης αὔριο τό πρωῒ!» Τότε ὁ Πατήρ τοῦ ἀπήντησε: «Διαβάζω τώρα, διότι αὔριο πηγαίνω στούς 'Αδελφούς μου!» Οἱ ὑποτακτικοί τό ἄκουσαν αὐτό, ὡς συνήθως, μέ δυσπιστία».

Τήν τρίτη τό βράδυ σηκώθηκε ἀργά, παρουσιάζοντας σημεῖα ὑπερβολικῆς ἐξαντλήσεως. Στίς 2:20 τῆς Τετάρτης τό πρωῒ ὁ μαθητής του ἄκουσε τόν Γέροντα νά ἀναπνέη ἀργά. ῞Οταν τόν ἐπλησίασε ἀνέπνευσε βαθειά καί παρέδωσε τήν ψυχή του τά χέρια τοῦ Χριστοῦ.

'Αμέσως συγκεντρώθηκαν οἱ Πατέρες μαζί μέ τόν 'Ηγούμενο καί προετοίμασαν τά ἀναγκαῖα γιά τήν κηδεία του. Κατόπιν τό ἄψυχο σῶμα τοῦ π. Κλεόπα τό κατέβασαν ἀπό τό κελλί αὐτό, ὑπό τήν κροῦσι τῶν καμπάνων, στήν παλαιά ἐκκλησία τῆς Μονῆς, ὅπου ἀγρύπνησαν ὅλοι οἱ ἱερεῖς καί μοναχοί καί πολλοί Χριστιανοί πού ἦλθαν ἀπό κάθε γωνιά τῆς Χώρας.

'Η εἴδησις ἀναχωρήσεως τοῦ π. Κλεόπα γιά τήν αἰωνιότητα διαδόθηκε ἀστραπιαῖα σ' ὁλόκληρη τήν Ρουμανία καί στό 'Εξωτερικό. Κατά τίς ἡμέρες τῆς κηδείας τοῦ μεγάλου στάρετς π. Κλεόπα ἤρχοντο χιλιάδες Χριστιανοί γιά νά παραμείνουν κοντά του ἔστω γιά λίγο γιά τελευταία φορά, ἐνῶ στήν ἐκκλησλία, ὅπου εἶχε τοποθετηθῆ οἱ Μοναχοί ἐδιάβαζαν ἀνελλειπῶς τό Ψαλτήριο.

῎Ετσι ἔζησε καί ἀγωνίσθηκε καί ἐτελειώθηκε ὁ μεγάλος Πνευματικός καί Διδάσκαλος τῶν Ρουμανικῶν Μοναστηριῶν μας καί ὅλων τῶν Πιστῶν τῆς Πατρίδος μας, ὁ π. Κλεόπας 'Ηλίε, τόν ὁποῖον ἔκλαυσαν ὅλοι οἱ Πατέρες καί οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν σάν μία ἄσβεστη λαμπάδα στήν ζωή τους, ὡς Πατέρα, Πνευματικό καί Διδάσκαλο.

'Η Κηδεία τοῦ π. Κλεόπα
'Επί τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύκτες ὁλόκληρο τό Μοναστήρι καί πλῆθος Χριστιανῶν προσηύχοντο γιά τήν ἀνάπαυσι τῆς ψυχῆς τοῦ Πνευματικοῦ των Πατρός.

'Η κηδεία του ἀποφασίσθηκε νά γίνη τό Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου. Θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἐφαίνετο ὅτι ἦτο ἐκείνη ἡ ἡμέρα, διότι ἦτο ἡλιόλουστη, ζεστή καί φωτεινή, πρᾶγμα σπάνιο στό κλῖμα τῆς Πατρίδος μας.

'Η Θεία Λειτουργία ἐπετελέσθηκε μέ μία συνοδεία ἁγίων ἀρχιερέων μέ ἐπικεφαλῆς τόν Μητροπολίτη Μολδαβίας καί 'Ιασίου Σεβ. Δανιήλ, τόν Σεβ. Κλούζ κ. Βαρθολομαῖο, τόν Θεοφ. 'Επίσκοπο 'Οράντεα κ. 'Ιωάννη, τόν Θεοφ. Κάτω Δουνάβεως κ. Κασσιανό, τόν Θεοφ. Χούς κ. 'Ιωακείμ,, τόν βοηθό τοῦ Σεβ, Μολδαβίας Θεοφ. 'Επίσκοπο κ. Καλλίνικο, τόν βοηθό 'Επίσκοπο τοῦ Μητροπολίτου Τρανσυλβανίας κ. Βησσαρίωνα καί τόν Θεοφ. 'Επίσκοπο Σουτσεάβας κ. Γεράσιμο.

Μετά τήν Θεία Λειτουργία στήν αὐλή τῆς Μονῆς ἄρχισε ἡ 'Ακολουθία τῆς Κηδείας ἀπό τούς ἰδίους 'Αρχιερεῖς. Στήν Κηδεία συμμετεῖχαν καί πολλοί 'Ηγούμενοι, ἱερομόναχοι, ἱερεῖς περικυκλωμένοι ἀπό δεκάδες χιλιάδες Χριστιανῶν μας. 'Ο προαύλιος χῶρος τῆς Μονῆς, οἱ γύρω λόφοι, ὁ δρόμος γιά τό Κοιμητήριο ἦσαν κατάμεστοι ἀπό κόσμο.

Μετά τήν κηδεία οἱ περισσότεροι τῶν 'Αρχιερέων μας ὡμίλησαν γιά τόν μεταστάντα καί πρῶτος, κατά τήν τάξιν ὁ Μητροπολίτης Μολδαβίας

Οἱ ἄνθρωποι ἀπεχαιρέτισαν τόν Πνευματικό τους Πατέρα μέ δάκρυα στά μάτια. ῞Ολοι ἐπιθυμοῦσαν, ἄν ἦτο δυνατόν, νά ἀγγίξουν γιά λίγο τό χέρι τους ἐπάνω στό φέρετρο τοῦ Γέροντά τους. Οἱ καμπάνες κτυποῦσαν πένθιμα καί οἱ ἀκτῖνες τού ἡλίου ἔριχναν τό φῶς τους μέσα στό νεοσκαμμένο τάφου του, πού ἀνοίχθηκε δίπλα στόν τάφο τοῦ Πνευματικοῦ του πατρός, τοῦ π. Παϊσίου 'Ολάρου. 'Ο λαός δέν κρατήθηκε καί ἄρχισε νά ψάλλη συνεχῶς τόν ἐπινίκιον ἀναστάσιμο ῞Υμνο: Χριστός 'Ανέστη ἐκ νεκρῶν... ῞Ολοι ἐζοῦσαν ἐκείνη τήν στιγμή τόν μεγάλο πόνο τοῦ χωρισμοῦ τοῦ μεγαλυτέρου καί κορυφαίου ἐκπροσώπου τοῦ συγχρόνου 'Ορθοδόξου Μοναχισμοῦ τῆς Ρουμανίας.

Μέ τήν ἀναχώρησι τοῦ π. Κλεόπα ἀπ' αὐτή τήν ζωή, ἔκλεισε μία πλούσια μοναχική καί ἡσυχαστική περίοδος στήν Ρουμανία. Μία χρυσῆ σελίδα θά γραφῆ στήν ἱστορία τῆς 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας μας, πού ξεκίνησε καί τελείωσε στήν ἡσυχαστική Μονή Συχαστρία τῆς Μολδαβίας.

'Ελπίζουμε ὅτι ὁ π. Κλεόπας στά ἑπόμενα ἔτη, θά συγκαταριθμηθῆ ἀνάμεσα στίς μεγάλες μορφές τοῦ 'Ορθοδόξου Ρουμανικοῦ Μοναχισμοῦ μας, πού εἶναι οἱ: ῞Οσιος Παῒσιος Βελιτσικόβσκυ ἀπό τήν Μονή Νεάμτς, ὁ ὅσιος Βασίλειος ἀπό τήν Ποϊάνα Μάρου, ὁ στάρετς Γεώργιος ἀπό τήν Μονή Τσερνίκα, ὁ ὅσιος 'Ιωάννης ὁ Χοζεβίτης μέ τόπο Μετανοίας του τήν Μονή Νεάμτς, ὁ π. Παῒσιος 'Ολάρου ἀπό τήν Συχαστρία καί πολλοί ἄλλοι, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα εἶναι γραμμένα στό Βιβλίο τῆς ζωῆς πρός δόξαν τῆς Παναγίας Τριάδος.

Πηγή: Ιερομ. Ιωαννίκιου Μπάλαν, "Η ζωή και οι αγώνες του γ. Κλεόπα Ηλίε". Μετάφρ.: Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου. Εκδ.: Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὅρος Ἄθω 


Προτεινόμενα βίντεο: 

Γίνετε συμμέτοχοι στην προσπάθειά μας!

Αποστείλετε προτεινόμενο υλικό στο ptheoxaris@yahoo.gr προς ωφέλεια των ψυχών όλων μας!