«καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς…» (Μάρκ.10,32)
Ἐλᾶτε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, νὰ θαυμάσωμε μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους τὸν Κύριό μας, καθὼς πηγαίνει γιὰ τελευταία φορὰ στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου θὰ ἑώρταζε τὸ τελευταῖο Πάσχα τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του. Οἱ μαθητές Του, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τί συμβαίνει αὐτὲς τὶς ἡμέρες, στρέφουν μὲ ἀπορία καὶ μεγάλο ἐπίσης θαυμασμὸ τὰ μάτια τους στὸ Διδάσκαλό τους. Τὸν κυττάζουν πού προχωρᾶ κάπως διαφορετικὰ ἀπ’ ὅ,τι τὸν ἤξεραν καὶ ἕνα ρῖγος κυριεύει τὶς ταραγμένες ψυχὲς των. Βλέπουν στὸ πανάχραντο καὶ λαμπρό Του Πρόσωπο τὴν ἠρεμία, τὴν ἀποφασιστικότητα, τὸ θάρρος τῆς ψυχῆς Του, καὶ ἀποροῦν οἱ πτωχοὶ μαθητὲς τοῦ Ναζωραίου.
Ἀποροῦν καὶ «θαμβοῦνται», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσωμε αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, διότι γνωρίζουν περίπου ὅτι εἶναι μελλοθάνατος. Εἶναι μελλοθάνατος ἕνας ὑγιέστατος νέος ἄνθρωπος, διότι θὰ πέση θύμα στὰ χέρια βαρβάρων ἀνθρώπων, μᾶλλον ἐλεεινῶν ὑπανθρώπων, καὶ ὅμως δὲν φοβᾶται, δὲν κλαίει, δὲν θρηνεῖ τὴν χαμένη Του Νεότητα καὶ ὑπέροχη Ζωή Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ σὲ λίγο ὄχι ἕνας, ὄχι δύο, ὄχι δέκα καὶ ἑκατό, ἀλλὰ χιλιάδες καὶ μυριάδες τὸ ἴδιο θάρρος καὶ τὴν ἴδια εὐψυχία καὶ δύναμη καὶ κουράγιο θὰ ἐπιδείξουν μπροστὰ στὸν φοβερὸ θάνατο, καὶ μάλιστα τόσο ἄδικο θάνατο…
Καὶ τώρα ἐρωτοῦμε: Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἔξυπνος φιλόσοφος καὶ οἱ ὅμοιοί του οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν τοὺς χριστιανοὺς καὶ μίλησαν γιὰ δειλὰ καὶ δουλοπρεπῆ ἀνθρωπάκια; Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος πού διεκήρυσσε μὲ αὐθάδεια ὅτι «ἡ ἰδέα τῆς θέλησης, τῆς δύναμης καὶ τοῦ ὑπεράνθρωπου ἔχουν σημασία καὶ ὄχι οἱ χριστιανικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὴν καρτερία καὶ τὴν ἰσότητα.» Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος πού ἐδίδαξε τοὺς ὁμοίους του, ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι πληγὴ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἐκραύγαζε σὲ ὅλους τους τόνους «καταστρέψτε τοὺς ἀδύνατους χριστιανούς…»
Ἀσφαλῶς σήμερα ἐλάχιστοι τὸν θυμοῦνται. «Ὡσεὶ χνοὺς ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς…» (Ψαλμ. 1,4) ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ τὸ προσκήνιο τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐκεῖνος πού ἀντέταξε στὸν Θεάνθρωπο τὸν δικό του ὑπεράνθρωπο στὰ 56 του χρόνια πέθανε τρελλὸς σὲ μία κλινική, ἀλλὰ δυστυχῶς-πρέπει νὰ ποῦμε- τὸ κακὸ πρόλαβε, τὸ μεγάλο κακό, καὶ τὸ ἔκαμε στὴν ἀνθρωπότητα. Διότι, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, ἀξιόπιστη, ὅλες οἱ ἀφάνταστες θηριωδίες, ὅλο τὸ θλιβερὸ ποτάμι τοῦ αἵματος πού πορφύρωσε τὸ πρόσωπο τῆς γῆς κατὰ τὸν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αἰτία καὶ ἀρχὴ καὶ ἀφετηρία εἶχαν τὰ φοβερὰ διδάγματα τοῦ φιλοσόφου τοῦ ὑπερανθρώπου.
Θεάνθρωπος καὶ «ὑπεράνθρωπος». Δόξα, Χριστέ, τῆ Εὐσπλαγχνία Σου! Δόξα τοῖς μεγαλείοις Σου! Ὄχι μόνο τώρα, πού πλησιάζει ἡ φρικτὴ ὥρα τοῦ Μαρτυρίου Του, προχωρᾶ ἀγέρωχος ὁ Κύριός μας μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια τῶν καλῶν μαθητῶν Του καὶ κατευθύνεται στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τὴν Μεγάλη, τὴν Ὑπέρτατη Θυσία Του «ὑπὲρ τοῦ λαοῦ» (Ἰωάν. 11,50), μᾶλλον ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριός μας καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς Του ἔδειξε ἀπαράμιλλο θάρρος καὶ παρρησία καὶ δὲν φοβήθηκε κανέναν, οὔτε μικρόν, οὔτε μεγάλον.
Ἂν αὐτὴ ἡ Στάση Του δὲν εἶναι δύναμη, ἡ γεμάτη ἀγάπη καὶ στοργὴ κυρίως γιὰ τοὺς ἀδύνατους καὶ ἁμαρτωλούς, τότε πῶς νὰ χαρακτηρίσωμε δυνατὸ τὸν ἄνθρωπο, τὸν «ὑπεράνθρωπο» τοῦ δυστυχισμένου καὶ παράφρονος Εὐρωπαίου φιλοσόφου, πού ἡ ψυχὴ του εἶναι γεμάτη μῖσος καὶ κακία κατὰ τοῦ πλησίον του, ὅποιος καὶ νἆναι αὐτός; Ὥστε δυνατοὶ καὶ ὑπεράνθρωποι ἦσαν οἱ ὀρδὲς τῶν βαρβάρων πού ξεχύθηκαν σ’ ὅλο τὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν κατακτήσουν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου καὶ δὲν εἶναι οἱ χριστιανοὶ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ὅμοιοί των, οἱ ὁποῖοι μὲ μοναδικὸ ὅπλο τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἀνοικτὴ τὴν καρδιὰ καὶ ξέχειλη ἀπὸ ἀγάπη ὅρμησαν μὲ ἐνθουσιασμὸ γιὰ νὰ λυτρώσουν τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες της;
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ δυνατοῦ ἐκφράζει ἄριστα ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐκπρόσωπος τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἔγραφε «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ» (Φιλιπ. 4,13). Ὅλα τὰ μπορῶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μου! Ποιὰ ὅλα; Τὸ μῖσος, τὴν κακία, τὸν πόλεμο; Ὄχι αὐτά! Αὐτὰ τὰ μπορεῖ καὶ τὰ ἐπιδιώκει ὁ «ὑπεράνθρωπος» τοῦ παράφρονος φιλοσόφου, τοῦ κήρυκα τοῦ μίσους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ὁ κήρυκας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς αὐτοθυσίας καὶ κατάφερε νὰ φέρη τὴν εἰρήνη στὴ γῆ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἁγία του καρδιὰ ἦταν πάντοτε ἀνοικτὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς ξεκουράση καὶ παρηγορήση. «Τὸ στόμα ἡμῶν ἀνέωγε πρὸς ὑμᾶς, Κορίνθιοι, ἡ καρδία ἡμῶν πεπλάτυνται. Οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν, στενοχωρεῖσθε δὲ ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν». (Β΄ Κορ. 6,11-12)
Δυστυχῶς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀκόμη μέχρι σήμερα παρόμοιες ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες κονιορτοποιήθηκαν ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος, φανερὰ ἢ ἀφανῶς κυκλοφοροῦν ἀνάμεσά μας. Δηλαδὴ νὰ ὑποτιμᾶται ἡ θρησκεία τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ νὰ ὑπερτιμῶνται ἄλλα συστήματα ἰδεῶν, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἀντιπάθεια, τὸ μῖσος, ὁ ἔπαινος τοῦ δυνατοῦ μακρυά ἀπὸ τὸ Χριστό. Εἴθε νὰ διαλυθοῦν οἱ ἰδέες αὐτές καὶ νὰ λάμψη στὶς καρδιὲς ὅλων τὸ Φῶς τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἀμὴν
Ο Ελευθερουπόλεως Χρυσόστομος


