Ο Άγιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης (7 Αυγούστου)


Αναγνώσεις: |
Ακούστε το άρθρο!


Η αντιγραφή και αποθήκευση έχει καταχωρηθεί επιτυχώς!

Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.

Έχετε αντιγράψει το άρθρο στα αγαπημένα στις:

Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.
Επιμέλεια: ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΩΝ ΠΑΛΑΑΙΟΧΩΡΙΟΥ
Το όνομα του ήταν Ιωάννης Βιτσέντζος ή Γεροντογιάννης. Γεννήθηκε στην μονή Τιμ. Προδρόμου Καψά το 1799 μ.Χ. όπου στα ερειπωμένα κελιά της απομονωμένης περιοχής είχαν μεταβεί οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Εμμανουήλ και Ζαμπία λόγω τουρκικής επιδρομής. Αργότερα, όταν ησύχασε η κατάσταση, διέμειναν μόνιμα στις Λιθίνες.

Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη που ζούσε και εκείνη κρυμμένη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά παντρεύτηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο.

Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος! Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των τουρκικών αρχών. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του σε κάποιο φαράγγι όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. 

Σύμφωνα με την παράδοση, κάποια Κυριακή ο Ιωάννης μάζεψε ξύλα και τα φόρτωσε στο ζώο για να τα πουλήσει, και να αγοράσει κρασί. Πήρε μαζί του και τη σύζυγό του Καλλιόπη και την άφησε στις Λιθίνες για να δει τους συγγενείς της, ενώ τα παιδιά έμειναν μόνα τους στο μετόχι. Στο γυρισμό ένα κακό προαίσθημα είχε φωλιάσει στην καρδιά της Καλλιόπης που παρακινούσε συχνά το σύζυγό της να βαδίσει γρηγορότερα. Όταν έφτασαν βρήκαν τη μικρή τους κόρη Ειρήνη καμένη έξω στο αλώνι, που την είχαν βγάλει τα άλλα αδέλφιά της, νομίζοντας ότι ο αέρας θα έσβηνε τη φωτιά που είχε πιάσει το φορεματάκι της. Το ατύχημα αυτό που επέφερε τον θάνατο της κόρης του, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του και κυρίως για την καταπάτηση της Κυριακάτικης αργίας. Το γεγονός αυτό σφράγισε τη ζωή του και στάθηκε η αφορμή για να μεταμορφωθεί.

Έφυγε από το μετόχι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Λιθίνες. Οι χωριανοί, οι συγγενείς και όσοι τον γνώριζαν διαπίστωναν καθημερινά την «αλλοίωσή του». Ο σκληρόκαρδος, ευέξαπτος και εριστικός Ιωάννης, μεταμορφώθηκε σε έναν μακρόθυμο, ελεήμονα, πράο και ανεξίκακο άνθρωπο. Η συνειδητή συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, οι νηστείες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες και η διαρκής μετάνοια καθάρισαν την καρδιά του, φώτισαν το νου του και μπόρεσε να δεχθεί μία θεία αποκάλυψη, που έμελλε να σταθεί καθοριστική για τη μετέπειτα ζωή του. Ποια ήταν η Θεία Αποκάλυψη;

Το έτος 1841 μ.Χ. σε ηλικία 42 ετών έπεσε σε βαθύ ύπνο. Άγγελος Κυρίου τον άρπαξε, όπως τον Απόστολο Παύλο, σε υψηλή θεωρία και είδε τις τάξεις των δικαίων που βρίσκονται σε ουράνια δόξα και χαρά, αλλά και τις διάφορες τιμωρίες των καταδικασμένων στην αιώνια κόλαση. Μετά από 43 ώρες ξύπνησε χαρούμενος και γαλήνιος βλέποντας γύρω του πλήθος από συγγενείς και συγχωριανούς του που είχαν μαζευτεί για να δουν από κοντά τι του συμβαίνει. Ανάμεσά τους και μια παράλυτη γιαγιά, πάνω στην οποία άπλωσε το χέρι του και ψιθυρίζοντας κάποια ευχή, την θεράπευσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολυάριθμων παρευρισκομένων. Αμέσως μετά άρχισε να κηρύττει και να θαυματουργεί. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας Σητείας περνούσαν καθημερινά από το σπίτι του για να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του, να δεχθούν τις συμβουλές του και να θεραπευθούν από τις διάφορες ασθένειές τους.
Εξωκλήσι Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη και Αγίας Βαρβάρας στο Παλαιοχώρι Καβάλας 

Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά εκείνη επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και θεωρήθηκε επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατέφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να τον οδηγήσει αμέσως στη φυλακή. Ύστερα όμως, από παράκληση κάποιου τοπικού συμβούλου του Διοικητή, να πάρει ο ίδιος στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, όπως κι έγινε, με την εντολή να μην βγαίνει έξω από την οικεία μέχρι να εκδοθεί η τελική απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν ή εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση. 

Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού που την απάλλαξε από χρόνια και ανίατη αρρώστια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής τον άφησε ελεύθερο να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδήλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών. Τότε ο Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο σκέφθηκε ο Όσιος τον ημιερειπωμένο τόπο της Μονής Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. 

Μετά το 1840 μ. Χ., οι τουρκικές αρχές έδειχναν ανοχή στην ανακαίνιση μοναστηριών και στην επισκευή πολλών ιερών ναών που είχαν παραμεληθεί για αιώνες ολόκληρους. Έτσι, το εγκαταλελειμμένο Μονύδριο, με την παρουσία του Γεροντογιάννη άρχισε πάλι να αποκτά ζωή και να συρρέουν προσκυνητές και ασθενείς που ήθελαν να γνωρίσουν τον ιδιότυπο ερημίτη και επιζητούσαν την ευλογία του για τη θεραπεία των ασθενειών τους.

Ο Όσιος, έμενε σ’ ένα απόκρημνο σπήλαιο για δεκαεπτά χρόνια βορειοδυτικά του σπηλαιώδους ναού και τα παλιά κελιά παραχωρήθηκαν στους πολυάριθμους προσκυνητές, ενώ αρκετοί ήταν και οι υποψήφιοι μοναχοί που ήθελαν να μονάσουν δίπλα στον ερημίτη, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της πρώτης συνοδείας του. Τα γεγονότα αυτά επέβαλαν την ανακαίνιση της Μονής, την επισκευή των παλιών κτιρίων και την ανέγερση νέων.

Το 1863 μ. Χ., ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων τέλεσε τα 

εγκαίνια του Καθολικού της Μονής και προχείρισε τον κατά κόσμο Ιωάννη σε Μεγαλόσχημο Μοναχό, μετονομάζοντάς τον σε Ιωσήφ.

Ο Όσιος, ζούσε με έντονη άσκηση, προσευχή και νηστεία. Έτρωγε ξηρή τροφή, κυρίως ελιές, χόρτα και παξιμάδια. Τις περισσότερες ώρες τις περνούσε στο κελί του προσευχόμενος. Παρακολουθούσε τις Ακολουθίες από ένα παράθυρο του κελιού του που έβλεπε προς τον Ναό και μόνο κάθε Κυριακή, όταν κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια κατέβαινε στην Εκκλησία. Απέκτησε πλούσια χαρίσματα και επιτελούσε θαύματα σε όσους τον πλησίαζαν. Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη και στα νησιά Χάλκη, Κάσο και Σύμη, ώστε καθημερινά τον επισκέπτονταν πλήθος πιστών, ζητώντας τις συμβουλές και οδηγίες του,

τη θεραπεία ψυχής και του σώματος, ακόμη και την απαλλαγή από ακάθαρτα πνεύματα. 

Ήταν γνωστό ότι ο Όσιος σταύρωνε το νερό της θάλασσας και γινόταν γλυκό. Έριχνε το ράσο του στη θάλασσα και το χρησιμοποιούσε ως σχεδία για να μεταβαίνει, χάριν ησυχίας στο Κουφονήσι, νησί που απέχει αρκετά μίλια από τη Μονή. Αυτόπτες μάρτυρες, τον είδαν να πετά! Είχε προορατικό χάρισμα, γι’ αυτό ξεχώριζε τα κλεμμένα προϊόντα που συχνά οι προσκυνητές του έφερναν ως δώρα, ζητώντας μάλιστα απ’ αυτούς να τα γυρίσουν πίσω. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε στο κελί του κλινήρης. Προείδε την ακριβή ημέρα και ώρα του θανάτου του 

τον θάνατό του. Ζήτησε και έδωσε συγχώρηση σ’ όλη την αδελφότητα, δίνοντας ταυτόχρονα τις τελευταίες συμβουλές του. Στις 6 Αυγούστου 1874 μ.Χ., αφού κοινώνησε, κάλεσε πάλι τους Πατέρες στο κελί του, τους ζήτησε ξανά συγχώρηση, έκανε το σημείο του Σταυρού, πλάγιασε δεξιά και αφού σταύρωσε τα χέρια του, παρέδωσε οσιακά την μεταμορφωμένη ψυχή του στον μεταμορφωθέντα Κύριο.

Η σωρός του έγινε λαϊκό προσκύνημα επί τρεις μέρες! Τάφηκε στις 9 Αυγούστου μέσα στο Καθολικό της Μονής, σε πέτρινο λαξευμένο τάφο. 

Από την κοίμηση του Οσίου η ευλάβεια των πιστών προς τον Όσιο είναι αμείωτη και μάλλον μέρα με την ημέρα αυξάνει και διαδίδεται από γενεά σε γενεά. Οι προσερχόμενοι στο Μοναστήρι, προσκυνούν την κάρα και τα ιερά λείψανα και την εικόνα του, ενώ λαμβάνουν και χώμα από τον τάφο ως ευλογία και με την Θεία Χάρη θεραπεύονται!

Η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου έγινε στις 7 Μαΐου 1982 μ.Χ, ενώ στις 23 Ιουλίου 2019, στο Παλαιοχώρι Καβάλας, τελέστηκε ο Αγιασμός των Θυρανοιξίων του Ιερού Ναού Αγίων, Βαρβάρας και Ιωσήφ του Γεροντογιάννη, δωρεά της οικογένειας Αριστοτέλη και Μαρίας Μόσχοβα. Στον παραπάνω Ναΐσκο φυλάσσεται τεμάχιο ιερού λειψάνου του Οσίου, η δε μνήμη του εορτάζεται στις 7 Αυγούστου εκάστου έτους.

*** *** ***

Ἀπολυτίκιον Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη.Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.

Τῆς μονῆς τοῦ Προδρόμου τὸν νέον κτίτορα, ἀσκητικῆς ἐποφθέντα ἐν τὴ ἐρήμω Καψὰ, ἀγωγῆς ἀρτίως ἄστρον παμφαέστατον, στέψωμεν ἄνθεσιν ᾠδῶν καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ λειψάνοις τοὶς πανιέροις, ταὶς πρεσβείαις σου ἐκβοῶντες σῶσον ἠμᾶς ἐκ πειρασμῶν, Ἰωσήφ.


Γίνετε συμμέτοχοι στην προσπάθειά μας!

Αποστείλετε προτεινόμενο υλικό στο ptheoxaris@yahoo.gr προς ωφέλεια των ψυχών όλων μας!