Η αντιγραφή και αποθήκευση έχει καταχωρηθεί επιτυχώς!
Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.
Έχετε αντιγράψει το άρθρο στα αγαπημένα στις:
Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.Σύμφωνα με την Αγία παράδοση, η οποία μέχρι σήμερα διαφυλάσσεται στην Γεωργία, καθώς επίσης και σε όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία, η πανάμωμος Μητέρα του Θεού, σύμφωνα με την πρόνοιά Του, εκλέχτηκε να κηρύξη στην Γεωργία[1] την σωτηρία των ανθρώπων, το Ευαγγέλιο του Υιού Της και Κυρίου Ιησού Χριστού.
Μετά την Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στους Ουρανούς, γράφει ο Άγιος Στέφανος ο Αγιορείτης, συγκεντρώθηκαν στο Όρος Σιών οι Μαθητές Του μαζί με την Παρθένο Μαρία, την Μητέρα του Ιησού και περίμεναν τον Παράκλητο, όπως τους διεμήνυσε ο Κύριος, να μην φύγουν από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την επαγγελία του Κυρίου.
Καί έρριξαν κλήρους για το σε ποιά χώρα ο καθένας τους θα πήγαινε να κηρύξη το Ευαγγέλιο του Θεού.
Η Πανάμωμος είπε: Για να μην μείνω και εγώ δίχως κλήρο αποστολής, επιθυμώ να ρίξετε κλήρο και για μένα, έτσι και εγώ να έχω κάποια γή να κηρύξω, την οποία θα ορίσει ο Θεός.
Εκείνοι, οι ευσεβείς με φόβο και σεβασμό έπραξαν σύμφωνα με τα λόγια Της, και έπεσε σε αυτήν ο κλήρος για την χώρα της Γεωργίας. Η Πανάμωμος Θεοτόκος με χαρά το αποδέχθηκε και θέλησε αμέσως μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος εν είδει πυρίνων γλωσσών, να ταξιδέψη για την Γεωργία. Αλλά ο Άγγελος της είπε: Δεν πρέπει αμέσως τώρα να φύγης από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να παραμείνης για κάποιο χρονικό διάστημα, και η γή η οποία Σου έπεσε στον κλήρο, θα καθαγιασθή αργότερα, και η δεσποσύνη Σου θα πάει μέχρι εκεί.
Αυτή η εκλογή του Θεού για τον καθαγιασμό της Γεωργίας ολοκληρώθηκε αφού πέρασαν τρείς αιώνες από την Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ιεραπόστολος αυτού του έργου είναι φανερό ότι έγινε η ίδια η Υπερευλογημένη Θεοτόκος Παρθένος· αφού ήρθε ο καιρός. Αυτή με την ευλογία Της και με την δύναμή Της, απέστειλε στην Γεωργία για το κήρυγμα την Αγία Παρθένο Νίνα.
Β) Η γέννηση και η ανατροφή της Αγίας
Η Αγία Νίνα γεννήθηκε στην Καππαδοκία, μοναχοπαίδι ονομαστών και ευλογημένων γονέων, του Ζαβουλών ρωμαίου στρατηγού συγγενή του Αγίου Γεωργίου, και της Σουζάνας αδελφής του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Ιουβεναλίου. Όταν έγινε 12 ετών, η Αγία Νίνα μαζί με τους γονείς της πήγε στην Αγία Πόλη της Ιερουσαλήμ. Εκεί ο πατέρας της Ζαβουλών, φλεγόμενος από αγάπη πρός τον Θεόν, θέλησε να Τον υπηρετήση με την μοναχική άσκηση. Σε αυτήν του την επιλογή πήρε την συγκατάθεση της συζύγου του και την ευλογία του Πατριάρχου Ιεροσολύμων. Αφού με δάκρυα έλουσε την νεαρή του κόρη Νίνα, την ενεπιστεύθηκε στον Θεό, τον πατέρα των ορφανών και προστάτη των χηρών, έφυγε και κρύφθηκε στην έρημο του Ιορδάνου και κανείς δεν έμαθε ούτε τον τόπο της άσκησής του, ούτε τον τόπο της κοίμησής του.
Τήν Σωσσάνα, την μητέρα της Αγίας Νίνας, ο Πατριάρχης και κατά σάρκα αδελφός της, στον ιερό ναό την χειροτόνησε διακόνισσα, για να διακονή τις χήρες και αδύναμες γυναίκες. Την Νίνα την παρέδωσε πρός παιδαγωγία σε κάποια ευσεβή γερόντισσα Νιαφόρα.
Η Αγία παρθένος ήταν τόσον καθαρή και πανέξυπνη, ώστε μέσα σε 2 χρόνια, με την βοήθεια της χάρης του Θεού, διδάχθηκε τους κανόνες της πίστεως και της ευσεβείας και εμβάθυνε σε αυτούς. Καθημερινά, προσευχόμενη καρδιακά, και μελετώντας τα λόγια της Αγίας Γραφής, η καρδιά της όλο και περισσότερο εφλέγετο από την αγάπη της πρός τον Χριστό, ο οποίος για την σωτηρία του ανθρώπου υπέμεινε τα βασανιστήρια και τον σταυρικό θάνατο. Μελετώντας με δάκρυα τις Ευαγγελικές διηγήσεις περί της Σταυρώσεως του Σωτήρος του Χριστού και για όλα όσα συνέβησαν στον Σταυρό, ενδιαφέρθηκε για την τύχη του Χιτώνος του Κυρίου: Που να βρίσκεται σήμερα αυτή η χειροποίητη πορφύρα του Υιού του Θεού; ρωτούσε την παιδαγωγό της, απρώντας: αδύνατον να χάθηκε στην γή αυτό το αγιασμένο μεγάλο κειμήλιο.
Όσα γνώριζε η Νιαφόρα από την παράδοση, τα διηγήθηκε, ότι βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ υπάρχει η χώρα της Γεωργίας και σ᾿ αυτή η πόλη Μτσχέτα[2]. Εκεί υπάρχει ο χιτώνας του Κυρίου που μετέφερε ο στρατιώτης, στον οποίο έπεσε ο κλήρος να τον πάρη, κατά τον σταυρικό θάνατο του Χριστού. Οι κάτοικοι αυτής της χώρας ονομάζονται Κάρτβελοι[3], και όπως οι γείτονές τους Αρμένιοι, και πολλές ορεσίβιες φυλές, βρίσκονται στην απάτη και στο σκοτάδι της ειδωλολατρείας.
Γ) Διάκονος της Θεομήτορος
Αυτή η παλαιά διήγηση, εισήλθε βαθιά στην καρδιά της Αγίας Νίνας. Ημέρα και νύχτα ύψωνε θερμές προσευχές στην Παναγία Παρθένο, την Μητέρα του Θεού, να την αξιώση να δεί την γή της Γεωργίας, να εύρη και να προσκυνήση τον χιτώνα του αγαπητού Της Υιού, επιθυμώντας να παραδοθή στα Θεομητορικά Της χέρια, και να κηρύξει το άγιον όνομά Του στους εκεί ειδωλολάτρες. Η Θεοτόκος άκουσε την προσευχή της δούλης Τής, έμφανίστηκε στον ύπνο της και της είπε: Πήγαινε στην γή της Γεωργίας, κήρυξε εκεί το Ευαγγέλιο του Χριστού, και θα εύρεις το έλεος Του και εγώ θα είμαι προστάτης σου. Αλλά πως μπορώ εγώ, ρώτησε η ταπεινή κόρη, να γίνω όργανο μιάς τέτοιας μεγάλης διακονίας, αφού είμαι αδύναμη γυναίκα;
Η Παναγία, αφού έδωσε στην Νίνα Σταυρό φτιαγμένο από κληματαριά, της είπε: Λάβε αυτόν τον Σταυρό, αυτός θα σου είναι προστάτης και φύλακας εναντίον όλων των ορατών και αοράτων εχθρών· με την δύναμή του θα στήσης εκεί την σωτήριο σημαία της πίστεως του αγαπητού μου Υιού και Θεού, ο οποίος· θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι, και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν.
Όταν ξύπνησε από το όνειρο η Αγία Νίνα, και είδε στα χέρια της τον θαυμάσιο Σταυρό, με δάκρυα άρχισε να τον ασπάζεται. Κατόπιν τον έβαλε στα μαλλιά της, και πήγε στον θείό της τον πατριάρχη. Του διηγήθηκε την εμφάνιση της Θεομήτορος και την εντολή Της να πάη στην Γεωργία. Και εκεί να κηρύξη το Ευαγγέλιο της αιωνίου σωτηρίας. Ο μακάριος Πατριάρχης διέκρινε σε αυτό το όραμα πολύ καθαρά το θέλημα του Θεού, και δεν αρνήθηκε στην νεαρή κόρη να δώση την ευλογία του να ξεκινήση για τον αγώνα της πίστεως. Και όταν έφθασε ο ευλογημένος καιρός να αναχωρήση για τον μακρινό της δρόμο, την οδήγησε ο Πατριάρχης στο Άγιο Βήμα του Ναού του Κυρίου και αφού έθεσε την αγία δεξιά του στο κεφάλη της, προσευχήθηκε λέγοντας: Κύριε Θεέ, στα χέρια Σου παραδίδω αυτήν την πτωχή παρθένο· την αποστέλλω στο θείόν Σου κήρυγμα. Ευδόκησον Χριστέ ο Θεός, να της γίνης συνοδοιπόρος και καθοδηγητής, οπουδήποτε το στόμα της θα ευηγγελίση περί Σού, και δώρισε στον λόγο της δύναμη και σοφία, στον οποίο κανείς να μην μπορή να εναντιωθή ή να αντειπή. Εσύ Παναγία Θεοτόκε, η βοήθεια και προστασία όλων των Χριστιανών, προστάτευε αυτήν την οποία Εσύ διάλεξες για το κήρυγμα του Ευαγγελίου του Υιού Σου ανάμεσα στα θεόμαχα φύλα, περιφρούρησέ την με την δική σου υψηλή δύναμη εναντίον των ορατών και αοράτων εχθρών· γενού παντονινή προστάτης και ακαταμάχητος φρουρός της και ας την αφήση το έλεός σου, έως ότου ολοκληρώση την αγία θέλησή σου.
Δ) Η Αγία ριψιμία και το μαρτύριό της
Εκείνες τις μέρες αναχωρούσαν από την Αγία Πόλη για την Αρμενία, 53 κοπέλες φίλες, μαζί με την κόρη του βασιλέα ριψιμία, και την καθοδηγήτριά της Γαϊανή, εξαιτίας του διωγμού του Διοκλητιανού, που θέλησε να νυμφευθή την ριψιμία, η οποία είχε υποσχεθή παρθενία.
Μέ αυτές τις αγίες παρθένες η Αγία Νίνα έφθασε μέχρι την Αρμενία και την πρωτεύουσα Βαγκαρσαπάτ[4]. Βρήκαν κατάλυμα έξω από την πόλη, κοντά σε μία κατοικία οινοπαραγωγού και για τροφή είχαν ότι συγκέντρωναν με κόπο τα χέρια τους.
Μετά από λίγο καιρό, ο Διοκλητιανός, πληροφορήθηκε ότι η ριψιμία κρύβεται στην Αρμενία. Έστειλε γράμμα στον βασιλιά της Αρμενίας Τηριδάτη[5], για να βρή την ριψιμία και να την στείλη στην ρώμη. Οι άνθρωποι του Τηριδάτη γρήγορα την ανακάλυψαν. Σαν την είδε ο βασιλιάς, θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Όμως η Αγία του είπε χαριτολογώντας: Εγώ έχω νυμφευθεί τον Ουράνιον Νυμφίον Χριστό, και πως εσύ ο μιαρός θα κρατήσης στα χέρια σου την Νύμφη του Χριστού;
Γεμάτος με φοβερή σκότωση, θυμό και οργή, ο Τηριδάτης διέταξε να βασανίσουν την Αγία. Την έρριξαν σε πολλά και φοβερά βάσανα, της έκοψαν την γλώσσα, της έβγαλαν τα μάτια και όλο το σώμά της το έκοψαν σε κομμάτια. Την ίδια τύχη είχαν και οι φίλες της και η Γαϊανή[6].
Μόνο η Αγία Νίνα με θαυμαστό τρόπο σώθηκε από τον θάνατο· οδηγήθηκε από αόρατο χέρι, και κρύφτηκε θαυματουργικά κατά την ταραχή στα κλαδιά μιάς άγριας τριανταφυλλιάς.
Ταρασσόμενη από φόβο και ικετεύοντας για τις φίλες της, ύψωσε στον ουρανό τα δακρυσμένα μάτια της, και είδε ουρανόσταλτο Άγγελο, ντυμένο με φωτεινό οράριο. Συνοδευόμενος από πλήθος ουρανίων δυνάμεων, κατέβηκε από τα ύψη του ουρανού, κρατώντας στα χέρια του ευωδιάζων θυμιατήριο, ενώ από την γή, ωσάν σε συνάντησή του, ανέβαιναν οι ψυχές των Αγίων Μαρτύρων, οι οποίες περιπτύχθηκαν με τις φωτεινές ουράνιες δυνάμεις, και μαζί με αυτές ανήλθαν στον ουρανό.
Κύριε! Κύριε! θρηνούσα έκραζε η Αγία Νίνα όταν είδε αυτά· γιατί εμένα την άτυχη εγκαταλείπεις στο μέσον αυτών των εχιδνών και φιδιών;
Όμως ο Άγγελος της απάντησε: Μη θλίβεσαι, μόνο περίμενε λίγο, γιατί και εσύ θα οδηγηθής στην Βασιλεία του Κυρίου της δόξης, όταν αυτή η άγρια και ακανθωτή τριανταφυλιά που σε περιβάλλει, καλυφτή από ευωδιαστά άνθη, όπως εκείνα που έχουν φυτευθή στον κήπο. Όμως τώρα σήκω και πήγαινε πρός τα βόρεια,όπου υπάρχει πολύς θερισμός, αλλά δεν υπάρχουν εργάτες.
Ε) Το ξεκίνημα και το θεϊκό όραμα
Η Αγία Νίνα υπάκουσε, και μόνη της ξεκίνησε για την μακρυνή οδό. Μετά από μακρύ δρόμο, έφτασε στην όχθη κάποιου ποταμού Κούρ[7], ο οποίος ποτίζει το μέσον όλης της Γεωργίας, ρέοντας από τα Δ πρός τα ΒΝ, έως την Κασπία θάλασσα, κοντά στον καταυλισμό των Δερβίσηδων (Χέρτβισι). Τσοπάνοι, έδωσαν στην κουρασμένη ξένη λίγη τροφή.
Μιλούσαν αρμενικά, η Νίνα είχε μάθει αυτήν την γλώσσα από την γερόντισσα Νιαφόρα. ρώτησε τους βοσκούς: Που βρίσκεται η πόλη Μτσχέτα, και πόσο μακριά είναι από εδώ; Εκείνος της απάντησε: Προχωρώντας αρκετά κατά μήκος του ποταμού, θα δείς την πόλη Μτσχέτα, όπου οι θεοί μας δοξάζονται και οι βασιλείς μας βασιλεύουν.
Καί συνέχισε τον δρόμο της. Μιά μέρα, κουρασμένη, κάθισε σε μία πέτρα σκεπτόμενη την ζωή της. Που την οδηγεί ο Κύριος; Ποιοί θα είναι οι καρποί των κόπων της; Μήπως είναι μάταιο το τόσο μακρυνό και πολύ δύσκολο ταξίδι της; Με αυτές τις σκέψεις, αποκοιμήθηκε σε εκείνον τον βράχο, και είδε σε όραμα έναν άνθρωπο, με εξαίσιο πρόσωπο, τα μαλλιά του έπεφταν έως τους ώμους, στα χέρια κρατούσε ειλητάριο στα ελληνικά. Άνοιξε τον ρολό, τον έδωσε στην Αγία, της είπε να τον διαβάση και έγινε άφαντος. Μόλις ξύπνησε από τον ύπνο, είδε στο χέρι της το ειλητάριο και η Αγία Νίνα διάβασε σε αυτό τα ευαγγελικά λόγια:
Αμήν λέγων υμίν, όπου εάν κηρυχθή το Ευαγγέλιον τούτον εν όλω τώ κόσμω λαληθήσεται και ό εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής (Ματθ. 26,13). Ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γάρ ημείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού (Γαλ. 3,28). Λέγει ο Ιησούς ταίς γυναιξί: μη φοβείσθε· υπάγετε απαγγείλατε τοίς αδελφοίς μου (Ματθ. 28,10). Ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο εμέ δεχόμενος δέχεται τον αποστείλαντά με (Ματθ. 10,40). Εγώ γάρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν, ή ου δυνήσονται αντειπείν, ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν (Λουκ. 21,15). Και μη φοβηθείτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. (Ματθ. 10,28). Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και ιδού εγώ μεθ᾿ υμών ειμι πάσας τάς ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν (Ματθ. 28,19-20).
Ενδυναμώθηκε και παρηγορήθηκε η Αγία Νίνα και συνέχισε τον δρόμο της με θαρρος και νέο ζήλο.
Καταβεβλημένη από τις δυσκολίες, την ταλαιπωρία, την πείνα, την δίψα και τον φόβο από τα θηρία, έφτασε στην αρχαία πόλη της Καρτάλης Ούμπνις όπου έμεινε ένα μήνα σε εβραϊκή συνοικία, μελετώντας την φύση, τα έθιμα και την άγνωστη για αυτήν γλώσσα του λαού.
ΣΤ) Το θαύμα της συντριβής των ειδώλων
Μιά μέρα πληροφορήθηκε ότι όλος ο ανδρικός πληθυσμός της πόλεως και των περιχώρων ετοιμάζεται να πάει στην πρωτεύουσα Μτσχέτα, για να προσκυνήσει τους μισητούς θεούς τους. Μαζί τους πήγε και η Αγία Νίνα. Αλλά στην είσοδο της πόλης, συνάντησε τον βασιλέα Μιριάν, και την βασίλισσα Νάνα, με συνοδεία υπηρετών και πλήθος λαού. Κατευθύνονταν στο όρος για να προσκυνήσουν το άψυχο είδωλο, το επονομαζόμενο Αρμάζ, το οποίο βρισκόνταν στην κορυφή του βουνού απέναντι από την πόλη.
Η ημέρα ήταν αιθρία. Εκείνη ήταν η πρώτη ημέρα της σωτηρίας αθλήσεως της Αγίας Νίνας για την γής της Γεωργίας, επίσης η τελευταία ημέρα της κυριαρχίας του μισητού ειδώλου Αρμάζ. Παρασυρμένη από το πλήθος, η Αγία Νίνα κατευθύνθηκε πρός τον βουνό, μέχρι τον ναό των ειδώλων. Αναζήτησε ένα κατάλληλο τρόπο για να βλέπει το επιβλητικό είδωλο του Αρμάζ. Από εκεί έβλεπε ένα ομοίωμα ανθρώπου με ασυνήθιστο ύψος, επικαλυμένο με χρυσό, και χαλκό, στο κεφάλι είχε κράνος χρυσό· τα μάτια του ήταν το ένα από διαμάντι, το άλλο από σμαράγδι, πολύ ακριβά και λαμπερά. Στην δεξιά μεριά βρισκόταν άλλο ένα μικρότερο είδωλο χρυσό, με το όνομα Κάτσι, και στα αριστερά άλλο ένα είδωλο μικρό με το όνομα Γαΐμ.
Ο βασιλέας και όλος ο πολυάριθμος λαός, στεκόνταν ενώπιον των ειδώλων με ανόητο φόβο σεβασμό και υπομονή, ενώ οι ιερείς ετοίμαζαν τις αιματηρές θυσίες. Όταν τις ετοίμασαν, θυσίασαν με θυμίαμα, έτρεξε το αίμα των θυσιών και ήχησαν τα τύμπανα και οι τρομπέτες. Τότε ο βασιλέας και ο λαός έπεσαν καταγής ενώπιον των άψυχων ειδώλων. Με τον ζήλο του Ηλία άναψε η καρδιά της Αγίας παρθένου. Αναστέναξε από τα βάθη της ψυχής της, ύψωσε τους οφθαλμούς της πρός τον ουρανό γεμάτα δάκρυα και προσευχήθηκε έτσι:
Παντοδύναμε Θεέ, κατά το μέγα έλεός Σου οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους στην επίγνωσή Σου, Σου του μόνου αληθινού Θεού! Σύντριψε αυτά τα είδωλα όπως ο άνεμος σκορπίζει το χορτάρι και την στάχτη, από το πρόσωπο της γής! Επίβλεψον Ελεήμον σε αυτούς τους ανθρώπους, τους οποίους Εσύ έπλασες με την παντοδύναμο δεξιά Σου, και τους δώρησες την θείαν Εικόνα Σου. Κύριε και Δέσποτα, Εσύ τόσο αγάπησες το δημιούργημά Σου, ώστε τον Υιόν Σου τον Μονογενή, έδωσες για την σωτηρία αυτού του πεπτωκότος· σώσε τις ψυχές και αυτών των ανθρώπων Σου, από την ολέθρια εξουσία του άρχοντος του σκότους, ο οποίος τύφλωσε τους οφθαλμούς τους με το σκότος της άγνοιας, για να μην γνωρίσουν την αληθινή οδό της σωτηρίας. Ευδόκησε Κύριε, ώστε οι οφθαλμοί μου να δούν την καταστροφή των ειδώλων που στέκονται εδώ υπερήφανα· κάνε ώστε αυτοί οι άνθρωποι, και όλα τα μέρη της γής, να δούν την σωτηρία που εκχέεται από Σένα. Άς επιστρέψουν σε Σένα, από τον βορρά και τον νότο, και ας Σε προσκυνήσουν όλοι οι λαοί, τον μόνον προαιώνιο Θεό, και τον Μονογενή Σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα εις τους αιώνας!
Καί ενώ η προσευχή της βρισκόταν στα χείλη της, εμφανίστηκα από τα δυτικά σκοτεινά σύννεφα με βροχή, ταράζοντας το ρεύμα του ποταμού Κούρα. Βλέποντας τον κίνδυνο, ο βασιλέας και ο λαός έτρεξαν να κρυφτούν, ενώ η Νίνα κρύφτηκε σε ένα στένωμα του όρους. Εμφανίστηκαν βαριά σύννεφα με αστραπές και βροντές, όπου ξέσπασαν πάνω στον ειδωλολατρικό ναό· τα είδωλα, τα οποία στέκονταν με υπερηφάνεια, γκρεμίστηκαν, ο ναός έπεσε, και όλη αυτή η καταστροφή οδήγησε στην ισοπέδωση όλων, ώστε να μην μείνει ούτε ίχνος από τα είδωλα και τον ναό τους. Η Αγία Νίνα, με την προστασία του Θεού, κρύφτηκε αβλαβής στο στένωμα, και ήσυχα παρατηρούσε τριγύρω της πως ξαφνικά σταμάτησε να βρέχη και πέρασε η καταιγίδα· και πως πάλι στον ουρανό εμφανίστηκε να λάμπει ο ήλιος. Αυτό συνέβη κατά την ημέρα της ενδόξου Μεταμορφώσεως του Κυρίου, κατά την οποία το αληθινό φώς του Θαβώρ, που έλαμψε για πρώτη φορά στα όρη της Γεωργίας, μεταμόρφωσε το σκότος των ειδωλολατρών σε φώς Χριστού.
Τήν επομένη ημέρα ο βασιλιάς με τον λαό, ματαίως αναζητούσαν τους θεούς τους. Και μη βρίσκοντάς τους έλεγαν: Μεγάλος ο θεός Αρμάζ, αλλά υπάρχει κάποιος άλλος Θεός μεγαλύτερος από αυτόν, ο οποίος τον κατενίκησε. Άραγε, μήπως είναι ο Θεός των Χριστιανών, ο οποίος και τις αρχαίες θεότητες των Αρμενίων εταπείνωσε και τον βασιλέα Τηριδάτη μετέστρεψε στον Χριστιανισμό; Αλλά στην Γεωργία κανείς ποτέ δεν άκουσε για τον Χριστό, ούτε κάποιος κήρυξε ότι Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, ενώπιον όλων των θεοτήτων.
Ζ) Η είσοδος της Αγίας στη Μτσχέτα
Μετά από πολλές ημέρες η Αγία εισήλθε στην πόλη Μτσχέτα σαν ξένη, ονομάζοντας τον εαυτό της αιχμάλωτη, δούλη, και κατευθύνθηκε στον βασιλικό κήπο. Η γυναίκα του κηπουρού η Αναστασία, βγήκε σε συνάντησή της σαν γνωστή από τα παλιά, που την περίμενε για πολύ, την ασπάστηκε και την οδήγησε στο σπίτι της. Τότε της έπλυνε τα πόδια, της άλειψε το κεφάλι με λάδι, και της πρόσφερε ψωμί και κρασί. Η Αναστασία και ο σύζυγός της παρεκάλεσαν την Νίνα να παραμείνη στο σπιτικό τους ως αδελφή, γιατί δεν είχαν παιδιά, και η μοναξιά τους ήταν δύσκολη. Αργότερα, ο κηπουρός έφτιαξε για την Αγία Νίνα σύμφωνα με την επιθυμία της μιά μικρή καλύβα στην γωνία του κήπου, όπου μέχρι σήμερα υπάρχει μικρή εκκλησία της Αγίας Νίνας, στο προαύλιο της γυναικείας μονής του Σαμτάβρσκογ. Εκεί έβαλε τον σταυρό που της έδωσε η Θεοτόκος, και παιρνούσε τις ημέρες και τις νύκτες με προσευχές και ύμνους.
Από αυτήν την καλύβα, άρχισαν να φανερώνονται μιά σειρά από θαύματα της Αγίας, πρός δόξαν του ονόματος του Χριστού.
Πρώτα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού στην Γεωργία, έγιναν το τίμιο ζευγάρι το οποίο έδωσε κατάλυμα στην δούλη του Χριστού. Με την προσευχή της Αγίας Νίνας λύθηκε η στειρότητα της Αναστασίας, και έγινε μητέρα μεγάλης και ευλογημένης οικογένειας· και πρώτη από τις γυναίκες που πίστεψαν στον Χριστό, από τους κατοίκους της Γεωργίας.
Η) Ο χιτώνας του Κυρίου
Κάποια μητέρα, κλαίγοντας και οδυρομένη, έφερε στους δρόμους της πόλης το ετοιμοθάνατο παιδί της, ικετεύοντας για βοήθεια. Η Αγία Νίνα πήρε το παιδί, το έβαλε στο κρεββάτι της που ήταν από φυλλώματα και προσευχήθηκε, έβαλε πάνω τον σταυρό της που ήταν από κλήμα αμπελιού και το παρέδωσε στην θρηνούσα μητέρα ζωντανό και υγιές.
Από εκείνη την ημέρα άρχισε η Αγία Νίνα φανερά και με δύναμη να κηρύττη το Ευαγγέλιο και να καλεί τους Γεωργιανούς ειδωλολάτρες και Εβραίους σε μετάνοια και πίστη στον Χριστό. Σε όλους έγινε γνωστή η ευσεβής δίκαιη και πάνσοφη ζωή της, ενώ η καρδία της, οι οφθαλμοί της, και η ακοή της ήταν στραμμένη στον λαό. Πολλές γυναίκες, ιδιαιτέρως Εβραίες, έφθαναν συχνά, για να ακούσουν από το μελίρρυτο στόμα της την διδασκαλία για την βασιλεία του Θεού και την αιώνια σωτηρία, και το μυστήριο της πίστης στον Χριστό. Αυτές ήταν: η Σιδωνία, κόρη ή αδελφή του αρχιερέως των Καταλινών Αβιάθαρ και άλλες έξι Εβραίες γυναίκες. Μετά από λίγο καιρό, πίστεψε στον Χριστό και ο ίδιος ο Αβιάθαρ, όταν άκουσε από το στόμα της Αγίας Νίνας πως στο πρόσωπο του Χριστού εκπληρώθηκαν όλες οι προφητείες περί του Μεσσία. Ομολογεί ο ίδιος ο Αβιάθαρ: Ο νόμος του Μωυσεως και οι Προφήτες, ομίλησαν για τον Χριστό, τον οποίο εγώ κηρύττω· είπε η Αγία Νίνα. Αυτός είναι το πλήρωμα και ο εκπληρωτής του νόμου. Και άρχισε από την δημιουργία του κόσμου, όπως τα βιβλία μας αναφέρουν, μου ερμήνευσε αυτή η θαυμαστή γυναίκα όλα όσα ο Θεός ετοίμασε για την σωτηρία των ανθρώπων, διά της υπόσχεσης του Μεσσία, ο οποίος πραγματικά είναι ο Ιησούς, ο Υιός της Απειράνδρου γυναικός, όπως οι Προφήτες προφήτεψαν. Αυτόν, οι πατέρες μας από φθόνο τον σταύρωσαν και τον θανάτωσαν. Αλλά Εκείνος αναστήθηκε, ανελήφθηκε στους ουρανούς, και πάλι θα έλθη στην γή μετά δόξης. Αυτός είναι η προσδοκία των εθνών και η δόξα του Ισραήλ. Στο όνομα Αυτού η Αγία Νίνα μπροστά στα μάτια μου έκανε πολλά θαύματα και σημεία, τα οποία μόνο η δύναμη του Θεού μπορεί να κάνει.
Συχνά, συνομιλώντας με τον Αβιάθαρ, η Αγία Νίνα πληροφορήθηκε από αυτόν την εξής διήγηση για τον χιτώνα του Χριστού: Άκουσα από τους γονείς μου, και αυτοί πάλι από τους δικούς τους γονείς και προπάτορες, ότι κατά την βασιλεία του Ηρώδη στην Ιερουσαλήμ, έφθασε είδηση στους Εβραίους της Μτσχέτα, ότι στην Ιερουσαλήμ πήγαν οι βασιλείς της Περσίας, και αναζητούσαν ένα νεογέννητο αγόρι από την φυλή του Δαβίδ, γεννημένο εκ γυναικός μόνο, δίχως πατέρα, και το ονόμαζαν ο Βασιλεύς των Ιουδαίων. Το βρήκαν στην Βηθλεέμ, στην πόλη του Δαβίδ, σε πτωχική οικία, και του πρόσφεραν δώρα, βασιλικό χρυσό, σμύρνα, και ευωδιαστό λιβάνι. Αφού Τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην πατρίδα τους.
Τριάντα χρόνια μετά από αυτό, ο προπάππος μου Ελιόζ, έλαβε από τον αρχιερέα Άννα από την Ιερουσαλήμ αυτό το γράμμα· Εκείνος τον οποίον οι βασιλείς της Περσίας επισκέφθηκαν με δώρα και προσκύνησαν, έφθασε σε ώριμη ηλικία, και άρχισε να εμφανίζεται ωσάν να είναι ο Χριστός, ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού. Ελάτε λοιπόν στην Ιερουσαλήμ για να δείτε τον θάνατό του, τον οποίο θα γευθή κατά τον νόμο του Μωυσέως. Όταν ο Ελιόζ με πολλούς άλλους ετοιμάστηκε να πάει στα Ιεροσόλυμα, τότε η μητέρα του, ευλογημένη γερόντισσα από το γένος του αρχιερέως Ηλία, είπε· πήγαινε παιδί μου στην βασιλική πρόσκληση, αλλά σε ικετεύω να μην συμμετάσχης στην καταδίκη εκείνων των αδίκων κατά εκείνου τον οποίον ετοιμάζονται να θανατώσουν, γιατί Αυτός είναι ο λόγος των Προφητών, η διδασκαλία των σοφών, το μυστήριο το κεκρυμμένο απ᾿ αρχής των αιώνων, το φώς των εθνών και η ζωή η αιώνιος.
Ο Ελιόζ μαζί με τον Λογγίνο Καρενίϊσκι, ταξίδεψε στα Ιεροσόλυμα και ήταν παρών κατά την Σταύρωση του Χριστού. Η μητέρα του, η οποία ήταν στη Μτσχέτα, παραμονές του Πάσχα, έξαφνα ένιωσε στη καρδιά της ωσάν κτύπημα τσεκουριού, το οποίο κόβει την κληματαριά, και έπεσε με θόρυβο λέγοντας· τώρα έπεσε η βασιλεία του Ισραήλ, γιατί παρέδωσαν στο θάνατο τον Σωτήρα και Λυτρωτή του λαού του, ο οποίος από τώρα θα είναι ένοχος για το Αίμα του τού Δημιουργού και Κυρίου του. Οδυνηρό για μένα που δεν πέθανα πρίν από αυτό! Δεν θα άκουγα αυτόν τον φοβερό κτύπο! Ώ, δεν θα δώ στην γή την δόξα του Ισραήλ. Λέγοντας αυτά, ξεψύχησε.
Ο δε Ελιόζ, ο οποίος ήταν μπροστά στην σταύρωση του Χριστού, έλαβε τον χιτώνά Του από τον ρωμαίο στρατιώτη, στον οποίο έτυχε με κλήρο και τον έφερε στη Μτσχέτα. Η αδελφή του Ελιόζ Σιδωνία, χαιρέτησε τον αδελφό της που έφθασε υγιής, του διηγήθηκε για τον ξαφνικό και θαυμαστό τρόπο που πέθανε η μητέρα τους και για τα πρό του θανάτου λόγια της. Ότα ο Ελιόζ επιβεβαίωσε την προαίσθηση της μητέρας τους περί της σταυρώσεως του Χριστού και έδειξε στην αδελφή του τον χιτώνα του Κυρίου, η Σιδώνία τον πήρε και αφού τον ασπάστηκε με δάκρυα και τον έσφιγγε στο στήθός της, αμέσως έπεσε νεκρή. Καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπόρεσε να πάρει από τα χέρια της νεκρής αυτό το ιερό ένδυμα. Ούτε ο ίδιος ο βασιλιάς Αβέρκιος, ο οποίος με τους αξιωματούχους του έφθασε για να δή τον παράδοξο θάνατο της κόρης, και δεν μπόρεσε να πάρη από τα χέρια της τον χιτώνα του Χριστού. Μετά από αρκετές μέρες ο Ελιόζ έθαψε την αδελφή του και μαζί με αυτην τον χιτώνα του Χριστού. Αυτό το έκανε κατά μυστικό τρόπο, ώστε ως σήμερα κανείς να μην γνωρίζει τον τόπο που είναι θαμμένη. Εμείς νομίζουμε ότι αυτός ο τόπος βρίσκεται στο κέντρο του βασιλικού κήπου, που από εκείνον τον καιρό μεγάλωσε και υπάρχει μέχρι σήμερα δροσερός κέρδος. Καταφθάνουν οι άνθρωποι, πιστεύοντάς τον ωσάν κάποια μεγάλη δύναμη. Κατά τα λοιπά, δεν γνωρίζω αν τα πράγματα είναι έτσι.
Θ) Το όραμα με τα πουλιά
Ακούγοντας αυτά η Αγία Νίνα, πήγαινε την νύκτα για προσευχή στην σκιά αυτού του κέδρου. Αλλά είχε αμφιβολία αν στις ρίζες του βρισκόταν κρυμμένος ο χιτώνας του Χριστού. Όμως, από ένα μυστηριώδες όραμα, το οποίο είδε εκεί, βεβαιώθηκε ότι εκείνος ο τόπος είναι άγιος και κρύβει κάτι θαυμαστό. Έτσι, όταν κάποτε τελείωσε τις μεσονύκτιες προσευχές της, η Αγία Νίνα είδε ότι από όλες τις πλευρές πετούσαν στον βασιλικό κήπο σμήνη μαύρων πουλιών, και από εκεί πήγαιναν στον ποταμό Άραβγι[8], και λούζονταν στα νερά του. Κατόπιν πετούσαν ψηλά, αλλά φαίνονταν λευκά σαν το χιόνι. Τότε κατέβαιναν στα κλαδιά του κέδρου και γέμιζαν τον κήπο με παραδείσιους ύμνους.
Αυτό ήταν φανερό σημάδι ότι οι γύρω λαοί θα αγιασθούν στο νερό του Αγίου Βαπτίσματος, και εκεί όπου είναι ο κέδρος, θα γίνη ναός του αληθινού Θεού, όπου παντοτινά θα δοξάζεται το όνομα του Κυρίου. Επίσης, είδε σαν να γίνεται σεισμός στα βουνά Αρμάζ και Ζαντέν, και ισοπεδώθηκαν. Ακόμα, άκουσε φοβερούς θορύβους και τριγμούς πολυάριθμων δαιμόνων, με μορφή Περσών στρατιωτών, σαν να έφτασαν στην πρωτεύουσα και ακούστηκε φοβερή κραυγή, σαν την φωνή του βασιλιά Χοσρόη, ο οποίος διέταζε να διαλυθούν τα πάντα. Όταν η Αγία Νίνα ύψωσε τον σταυρό, και έκανε στον αέρα το σημείο του Σταυρού, είπε: Σιωπήστε δαίμονες, έληξε η βασιλεία σας, γιατί ιδού ο Νικητής! όλοι οι θόρυβοι διαλύθηκαν με μιάς.
Ο Καθεδρικός ναός Σβετιτσχοβέλι που χτίστηκε στο μέρος που βρίσκεται ο κέδρος της Αγίας Νίνας
Μέ τα σημεία αυτά βεβαιώθηκε ότι είναι κοντά η βασιλεία του Θεού και η σωτηρία του λαού της Γεωργίας, η Αγία Νίνα δεν σταμάτησε να κηρύττει στους ανθρώπους τον λόγο του Θεού. Μαζί της κήρυτταν το Ευαγγέλλιο του Χριστού και οι μαθητές της, ιδιατέρως η Σιδωνία και ο πατέρας Αβιάθαρ. Αυτός με τέτοια δύναμη και ζήλο εμάχετο για τον Ίησού Χριστό, με τους υψηλούς ομόθρησκους Εβραίους, ώστε και διωγμό από αυτούς υπέμεινε, και πήραν απόφαση να τον θανατώσουν με λιθοβολισμό. Μόνο ο βασιλέας Μιριάν τον έσωσε από τον θάνατο. Γιατί και ο βασιλέας ήδη είχε αποδεκτή στην καρδιά του την πίστη του Χριστού. Γνώριζε, ότι η πίστη αυτή θεμελιώθηκε όχι μόνο στο βασίλειο της Αρμενίας άλλά ότι και στο ρωμαϊκό κράτος με τον βασιλέα Κωνσταντίνο[9] με το όνομα του Χριστού και την δύναμη του Σταυρού Του νίκησε όλους τους εχθρούς του, και έγινε Χριστιανός και υπερασπιστής αυτών.
Ι) Η θεραπεία της βασίλισσας Νάνας
Η Γεωργία εκείνο τον καιρό βρισκόταν υπό την εξουσία των ρωμαίων και στην ρώμη βρισκόταν ως όμηρος ο γιός του Μιριάν Μπακάρ, για αυτό ο Μιριάν, δεν απαγόρευσε στην Αγία Νίνα να κηρύξει τον Χριστό στην πόλη του. Μόνο η σύζυγος του Μίριαν, η βασίλισσα Νάνα, γυναίκα δόλια, και επιπλέον φανατικά πιστή των άψυχων ειδώλων, ήταν γεμάτη από κακία πρός τους Χριστιανούς. Αυτή καθιέρωσε υποχρεωτικά στην Γεωργία την ειδωλολατρική θεότητα Αφροδίτη[10]. Αλλά η χάρις του Θεού, η οποία τους αδυνάτους θεραπεύει και δίδει αυτό που προσδοκάνε, γρήγορα θεράπευσε και αυτήν την πνευματική αρρώστια της βασίλισσας. Η βασίλισσα αρρώστησε, και όσο οι γιατροί την περιποιόντουσαν, τόσο η αρρώστιά της χειροτερεύε και η βασίλισσα ήταν έως θανάτου. Τότε οι συγγενείς της, βλέποντας τον μεγάλο κίνδυνο, την παρεκάλεσαν να καλέση την ξένη εκείνη Νίνα, η οποία με την προσευχή της στον Θεό που κήρυττε, θεράπευε κάθε μώλωπα και κάθε ασθένεια.
Η βασίλισσα διέταξε να της φέρουν εκείνη την ξένη, Αλλά η Αγία, δοκιμάζοντας την πίστη της βασίλισσας και την ταπείνωσή της, είπε στους απεσταλμένους: Αν η βασίλισσα θέλει να θεραπευθή, ας έρθει σε μένα εδώ σε αυτήν την καλύβα και πιστεύω ότι με την δύναμη του Χριστού και Θεού μου θα θεραπευθή. Υπάκουσε η βασίλισσα και διέταξε να την μεταφέρουν με φορείο στην καλύβα της Αγίας. Για το φορείο μερίμνησε ο γιός της Ρέβ, και το πλήθος του λαού. Όταν έφθασαν, η Αγία Νίνα είπε να αφήσουν την άρρωστη βασίλισσα πάνω στο κρεβάτι της που ήταν από φυλλώματα, γονατίζει και προσεύχεται θερμά στον Κύριο, τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Κατόπιν πήρε τον σταυρό της, τον έβαλε στο κεφάλι της άρρωστης, και από εκεί στα πόδια, στους ώμους και στην πλάτη της, κάνοντας έτσι το σημείο του Σταυρού. Μετά από αυτό, η βασίλισσα σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι υγιής. Και ενώπιον του λαού, η βασίλισσα απέδωσε ευχαριστίες στον Κύριο Ιησού Χριστό. Κατόπιν και στον οίκό της, ενώπιον του συζύγου της, ομολόγησε δημοσίως ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός. Την Αγία Νίνα την έκανε έμπιστη και παντοτεινή της φίλη, τρέφοντας την ψυχή της με τις άγιες διδασκαλίες της. Το ίδιο η βασίλισσα έφερε κοντά της και τον σοφό γέροντα Αβιάθαρ και την κόρη του Σιδωνία, και σε πολλούς άλλους δίδαξε την πίστη και την ευσέβεια.
ΙΑ) Η μεταστροφή του βασιλέως Μιριάν
Ο βασιλέας Μίριαν, γιός του Σάχη της Περσίας Χοσρόη και διάδοχος στην Γεωργία της δυναστείας των Σασανιδών, ακόμα ταλαντευόταν να ομολογήση τον Χριστό ως Θεό, και εμφανιζόταν ως ζηλωτής των ειδωλολατρών. Κάποτε δέ, θέλησε να εξαφανίση τους ομολογητές του Χριστού και την Αγία Νίνα. Αυτό το γεγονός έγινε για την εξής αιτία:
Ο κοντινός συγγενής του βασιλέα της Περσίας, άνδρας λόγιος και γνήσιος υποστηρικτής της διδασκαλίας του Ζωροάστρου, επισκέφθηκε ως φιλοξενούμενος τον βασιλέα Μιριάν. Αλλά στο σπίτι του αρρώστησε από βαριά ασθένεια, από τρέλλα. Φοβούμενος τον Πέρση βασιλεά ο Μίριαν έστειλε να παρακαλέσουν την Αγία Νίνα να έρθη και να θεραπεύση τον πρίγκηπα. Εκείνη, διέταξε να φέρουν τον άρρωστο κοντά στο κέδρο. Τον τοποθέτησε με το πρόσωπο πρός την Ανατολή, με τα χέρια υψωμένα πρός τον ουρανό, και τον διέταξε να πή τρείς φορές: Σε αρνούμαι σατανά, και παραδίδομαι στον Χριστό, τον Υιόν του Θεού. Όταν είπε αυτά ο μιαρός, τα πονηρά πνεύματα τον ετάραξαν και τον έριξαν κάτω στο χώμα ωσάν νεκρό, αλλά μη υποφέροντας τις προσευχές της Αγίας, εξήλθε από αυτόν. Ο πρίγκηπας έγινε καλά, και πίστεψε στον Χριστό, και ως χριστιανός πλέον επέστρεψε στην πατρίδα του. Ο βασιλέας Μίριαν, φοβήθηκε από αυτό περισσότερο παρά απ᾿ ότι ο πρίγκηπας θα πέθαινε, γιατί φοβήθηκε τον θυμό του Σάχη της Περσίας εξαιτίας της επιστροφής στον Χριστό του συγγενούς του, στο σπίτι του. Ο Σάχης ήταν ειδωλολάτρης. Για αυτο αποφάσισε και την Αγία Νίνα να θανατώση και όλους τους χριστιανούς της πόλεως να εξαφανίση.
Κυριευμένος από θυμό, και με τους πονηρούς λογισμούς κατά των χριστιανών, ο βασιλέας για να ξεθυμάνει, έφυγε για κυνήγι στο δάσος Μουχράν, 20 χιλιόμετρα από τη Μτσχέτα. Εκεί είπε στους συνοδούς του: Εμείς επισύραμε πάνω μας τον φοβερό θυμό των θεών μας, γιατί επιτρέψαμε στους ανηλεείς χριστιανούς, να κηρύττουν στην πατρίδα μας την πίστη τους. Αλλά σήμερα με την μαχαίρα θα τους εξαφανίσω όλους αυτούς που προσκυνούν τον Σταυρό και τον Εσταυρωμένο. Θα διατάξω και την βασίλισσα να αρνηθή τον Χριστό. Αν δε υπακούση, θα την θανατώσω και αυτήν με άλλους χριστιανούς.
Λέγοντας αυτά, ο βασιλέας ανέβηκε στην κορυφή του βουνού Τχότι. Και ιδού, η λαμπρή ημέρα ξαφνικά μεταβλήθηκε σε σκότος· έγινε ταραχή παρόμοια με εκείνη που κατέστρεψε το άγαλμα του Αρχάζ, η έκλειψη του ηλίου τύφλωσε τους οφθαλμούς του βασιλέα, και η βροντή διεσκόρπισε όλους τους οφθαλμούς του. Όλος έντρομος ο βασιλέας κάλεσε σε βοήθεια τους θεούς του. Αλλά εκείνοι δεν τον άκουσαν. Τότε, αισθάνθηκε πάνω του την άκρη της χειρός του ζώντος Θεού, και ο βασιλέας φώναξε: Θεέ της Νίνας, αποδίωξε το σκότος από τους οφθαλμούς μου και εγώ θα ομολογήσω και θα δοξάζω το όνομά Σου. Και ευθύς είδε, και η καταιγίδα κόπασε. Θαυμάζοντας την τόσο μοναδική δύναμη του ονόματος του Χριστού, ο βασιλέας στράφηκε πρός την ανατολή, ύψωσε τα χέρια του πρός τον ουρανιό και με δάκρυα έλεγε: Θεέ, Εσένα τον οποίο η δούλη Σου Νίνα Σε κηρύττει, Εσύ πράγματι είσαι ο μόνος αληθινός Θεός, υπεράνω όλων των Θεοτήτων! Να τώρα βλέπω την μεγάλη αγαθότητά Σου σε μένα και η καρδιά μου αισθάνεται την χαρά, την παράκληση και την εγγύτητά Σου σε μένα. Θεέ φιλεύσπλαγχνε, σε αυτόν τον τόπο θα υψώσω το ξύλο του Σταυρού, ώστε πάντοτε να θυμίζη την εμφάνισή Σου σε μένα κατά την σημερινή ημέρα! Το γεγονός αυτό συνέβη κατά μία μαρτυρία στις 6/5/319. Στην κορυφή του όρους Τχότι ώς σήμερα υπάρχει ναός τον οποίον έκτισε ο βασιλέας Μίριαν.
Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα και προχωρώντας στις οδούς της πόλης, ο βασιλέας φώναζε δυνατά: Όλοι οι άνθρωποι να ασπασθείτε τον Θεό της Νίνας, τον Χριστό, γιατί αυτός είναι ο αιώνιος Θεός, και Σε Αυτόν μόνο ανήκει κάθε δόξα εις τους αιώνας! Που είναι εκείνη η γυναίκα η ξένη, της οποίας ο Θεός είναι ο σωτήρας μου; Η Αγία εκείνη την ώρα τελείωνε την εσπερινή προσευχή της στην καλύβα της. Ο βασιλέας μαζί με την βασίλισσα η οποία είχε βγεί σε προυπάντησή του, και πλήθος λαού, που για αυτόν είχε βγή στους δρομους, έφτασαν έως την καλύβα. Όταν ο βασιλέας είδε την Αγία, έπεσε στα γόνατα, λέγοντας: Ώ μητέρα μου δίδαξέ με και κάνε με άξιο να επικαλούμαι το όνομα του μεγάλου Θεού σου, του Σωτήρός μου! Σε απάντησή του, δάκρυα ασυγκράτητα έτρεξαν από τους οφθαλμούς της Αγίας Νίνας. Όταν την είδε να κλαίει, έκλεγε και ο βασιλιάς, και η βασίλισσα και όλος ο λαός που ήταν εκεί. Λέγει η Σιδωνία, αυτόπτης μάρτυς και μετέπειτα συγγραφέας όλων αυτών των γεγονότων: Σαν θυμάμαι αυτές τις ιερές στιγμές, κάθε φορά δάκρυα πνευματικής χαράς από μόνα τους τρέχουν από τους οφθαλμούς μου.
Η στροφή στον Χριστό του βασιλέα Μίριαν, υπήρξε αποφασιστική και αμετάκλητη. Αυτόν ο Θεός εξέλεξε για καθοδηγητή και διαφωτιστή ταύ λαού της Γεωργίας, με το φώς της αγίας πίστεως, όπως κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εξέλεξε για τους ρωμαίους και τους Έλληνες τον βασιλέα Μεγάλο Κωνσταντίνο. Χωρίς καθυστέρηση, ο Μίριαν έστειλε στον Κωνσταντίνο τους απεσταλμένους του, παρακαλώντας να του στείλη αρχιερέα και ιερείς, για να βαπτίσουν τον λαό, να τον διδάξουν την πίστη του Χριστού και να ιδρύσουν και να θεμελιώσουν στην Γεωργία, την Αγία Εκκλησία του Θεού.
ΙΑ) Ο θαυματουργός στύλος
Η Αγία Νίνα, έως να έλθουν οι απεσταλμένοι με τους ιερείς, ακούραστα δίδασκε στον λαό το Ευαγγέλιο του Χριστού, μαθαίνοντάς τους έτσι την αληθινή οδό της σωτηρίας των ψυχών και την κληρονομία της ουρανίου βασιλείας. Τους δίδασκε να προσεύχονται στον Θεό και Χριστό, προετοιμάζοντάς τους με αυτόν τον τρόπο για το Άγιο Βάπτισμα.
Ο βασιλέας, θέλησε μέχρι να έρθουν οι ιερείς, να οικοδομήση ναό του Θεού. Και όπως του υπέδειξε η Αγία Νίνα, εξέλεξε για αυτό, τον τόπο στον κήπο, όπου υπήρχε εκείνος ο μεγάλος κέδρος. Η Αγία του είπε: Άς μεταβληθή αυτός ο φθαρτός και πρόσκαιρος κήπος σε πνευματικό και αθάνατο κήπο, ο οποίος θα παράγη καρπούς για την αιώνιο ζωή.
Ο κέδρος κόπηκε, και από τους 6 κλάδους του έγιναν 6 στύλοι, όπου εύκολα τους τοποθέτησαν σε καίρια σημεία για την ανοικοδόμηση. Όταν όμως ξεκίνησαν να πάρουν τον έβδομο στύλο, που έγινε από τον κορμό του κέδρου, ώστε να τον τοποθετήσουν ως θεμέλιο του ναού, καμιά δύναμη δεν μπόρεσε να τον μετακινήση από τον τόπο. Όλοι παραξενεύτηκαν με αυτό. Επειδή η ημέρα έκλινε πρός στην δύση, ο βασιλιάς αναχώρησε λυπημένος για το σπίτι του, διερωτώμενος: Τι να σημαίνει αυτό;
Διασκορπίστηκε και ο λαός. Έμεινε μόνο η Αγία Νίνα με τους μαθητές της ικετεύοντας αδιαλείπτως και με δάκρυα βρέχοντας τον κορμό του κέδρου. Πρίν την αυγή εμφανίστηκε στην Αγία ένας θαυμάσιος νέος, και της ψιθύρισε στο αυτί τρείς μυστηριώδεις λέξεις, τις οποίες όταν τις άκουσε, έπεσε στην γή και τον προσκύνησε. Τότε ο νεανίσκος πλησίασε στον στύλο, τον άρπαξε και τον ύψωσε ψηλά στον αέρα. Ο στύλος άστραπτε όπως η αστραπή και φώτιζε όλη την πόλη. Ο βασιλιάς και ο λαός παρατηρούσαν με φόβο και χαρά θαυμάζοντας πως αυτός ο βαρύς στύλος, δίχως να κρατιέται από κανέναν, με μιάς υψώθηκε ψηλά στα 12 μέτρα, την άλλη έπεσε κάτω και ακουμπούσε στην ρίζα ώσπου μεγάλωσε και τέλος στάθηκε και θεμελιώθηκε στον τόπο του μόνος του ακλόνητος. Από το κάτω μέρος του στύλου άρχισε να τρέχει θαυματουργό μύρο, και θεραπεύονταν κάθε είδους ασθενείς, οι οποίοι με πίστη πήγαιναν να το μαζέψουν. Ένας Εβραίος, τυφλός εκ γενετής, μόλις άγγιξε τον στύλο, αμέσως είδε, και πίστεψε. Ένα παιδί, το οποίο βρισκόταν για επτά χρόνια στο κρεβάτι παράλυτο, η μητέρα του το έφερε στο στύλο και ικέτευσε την Αγία να το θεραπεύση. Η Αγία Νίνα, μόνο άγγιξε τον στύλο με το χέρι της, κατόπιν το έβαλε στο κεφάλι του άρρωστου παιδιού και αυτό αμέσως έγινε καλά. Επειδή πλήθος λαού κατέφθανε, ο βασιλιάς διέταξε να τον περιτειχίσουν με τείχος. Και από εκείνη την μέρα, εκείνον τον τόπον ευλαβούντο πολλοί όχι μόνο οι χριστιανοί, αλλά και οι ειδωλολάτρες. Γρήγορα τελείωσε και ο ξύλινος ναός του Θεού, ο πρώτος στην γή της Γεωργίας.[11]
ΙΓ) Η βάπτιση των αρχόντων και του λαού
Τούς απεσταλμένους του βασιλιά Μίριαν, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τους δέχτηκε με μεγάλη χαρά και τιμή. Τους έδωσε πολλά δώρα, και εκείνοι επέστρεψαν στην Γεωργία. Μαζί τους πήγε και απεσταλμένος του βασιλιά Κωνσταντίνου ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος[12], με 2 ιερείς και 3 διακόνου και όλα τα εκκλησιαστικά λειτουργικά σκεύη. Τότε ο Μίριαν αμέσως εξέδωσε διάταγμα σε όλους τους επισήμους και αξιωματούχους, να έλθουν όλοι κοντά του στην πρωτεύουσα.
Το πηγάδι όπου βαπτίστηκαν οι Άγιοι Μιριάν και Νάνα
Όταν συγκεντρώθηκαν, ο βασιλιάς, ενώπιον όλων ευθύς έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, όπως και η βασίλισσα και όλα τα τέκνα τους. Στο τέλος της γέφυρας του ποταμού Κούρα, όπου πρίν ήταν το σπίτι του Εβραίου Ελιόζ, και κατόπιν ειδωλολατρικός ναός, έφτιαξαν βαπτιστήριο, και εκεί ο αρχιεπίσκοπος βάπτισε τους άρχοντες και μεγιστάνες του τόπου. Για αυτό και ονομάστηκε εκείνο το μέρος: Μτάβαρτα Σανατλάβη, δηλαδή· Βαπτιστήριο των αρχόντων. Λίγο πιό κάτω οι ιερείς βάπτιζαν τον λαό, ο οποίος με μεγάλη θέρμη και χαρά προσερχόταν στο βάπτισμα, ενθυμούμενος τα λόγια της Αγίας Νίνας: Όποιος δεν γεννηθή εξ ύδατος και πνεύματος αγίου, δεν πρόκειται να δή εκείνη την ζωή, και το αιώνιο φώς, αλλά η ψυχή του θα χαθή στο σκότος της αβύσσου. Οι ιερείς ταξίδευαν στις γύρω πόλεις και στα χωριά, και βάπτιζαν τον λαό. Έτσι γρήγορα και εν ειρήνη βαπτίστηκε όλη η γή της Καρτάλης[13], εκτός από τα υψώματα του Καυκάσου που δεν δέχτηκαν το βάπτισμα, ως και οι Εβραίοι της Μτσχέτα, πλήν του Αβιάθαρ, της οικογένειάς του και ετέρων 50 οικογενειών, οι όποιες όπως έλεγαν ήταν απόγονοι του Βαραββά. Και σε αυτούς ως ένδειξη ευαρέσκειας ο βασιλιάς τους δώρισε την περιοχή Τσιχε-ντίντι.
Έτσι, ο Αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος μαζί με την Αγία Νίνα κήρυξε για αρκετά χρόνια τον Χριστό στην γή της Γεωργίας. Και αφού όρισε ως λειτουργική την ελληνική γλώσσα και εγκαινίασε τον πρωτόκτιστο ναό των Αγίων Αποστόλων στη Μτσχέτα, έθεσε τον πρεσβύτερο Ιωάννη επίσκοπο Γεωργίας υπό την δικαιοδοσία του θρόνου της Αντιοχείας και επέστρεψε πίσω[14].
Μετά από αρκετά χρόνια ο Μίριαν έστειλε στην βασιλεύουσα νέα αποστολή, παρακαλώντας τον Μεγάλο Κωνσταντίνο να στείλη στην Γεωργία περισσότερους ιερείς, ώστε στο βασίλειό του καθένας να μπορέσει να ακούσει τον λόγο της σωτηρίας, και σε όλους να γίνη προσιτή η είσοδος στην χάρη και στην αιώνια βασιλεία του Χριστού. Παρεκάλεσε επίσης να στείλη δόκιμους ναοδόμους και εργάτες, ώστε να χτίσουν τις εκκλησίες από πέτρες. Κάποιοι λέγουν ότι ο ίδιος ο Μίριαν είχε προσωπική συνάντηση με τον Άγιο Κωνσταντίνο, και ταξίδεψε στα Ιεροσόλυμα και παρεκάλεσε εκεί στον τόπο των Θαυμάτων του Λώτ, να ιδρύση μοναστήρι στον Τίμιο Σταυρό. Με αγία αγάπη και χαρά εκπλήρωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το αίτημα του Μίριαν. Μαζί με πολύ χρυσό, και άργυρο, έδωσε στους απεσταλμένους του τεμάχιο από τον Ζωοποιό Ξύλο του Σταυρού, τον οποίο τότε η Αγία Ελένη είχε βρεί (τό 326 μ. Χ.). τους έδωσε και ένα από τα καρφιά με τα οποία σταυρώθηκαν τα πανάχραντα χέρια του Κυρίου στον Σταυρό. Επίσης, τους έδωσε σταυρούς, και εικόνες του Σωτήρος Χριστού και της Παναγίας καθώς και λείψανα Αγίων Μαρτύρων για τον εγκαινιασμό των εκκλησιών. Τότε αφέθηκε και επέστρεψε στον πατέρα του Μίριαν, ο γιός και διάδοχος Μπακάρ, ο οποίος ήταν όμηρος στην ρώμη.
Επιστρέφοντας στην Γεωργία με πολλούς ιερείς και ναοδόμους, οι απεσταλμένοι του Μίριαν θεμελίωσαν τον πρώτο ναό στο χωριό Ερουσέτη (σήμερα Αχαλτσίσκο), στα σύνορα της γής των Καρταλινών, και άφησαν εκεί το καρφί από τον Σταυρό του Κυρίου. Αυτός ο ναός έχει από καιρό γκρεμιστεί.
Δεύτερο ναό οικοδόμησαν στο χωριό Μανγλίς, 50 χιλιόμετρα νοτίως της Τιφλίδος, και εκεί άφησαν το τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου. Στη Μτσχέτα κατά την επιθυμία του βασιλιά και την καθοδήγηση της Αγίας Νίνας, ανοικοδομήθηκε ο πέτρινος ναός πρός δόξα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, στον βασιλικό κήπο, κοντά στη καλύβη της Αγίας Νίνας.
ΙΔ) Η Αγία κηρύττει σε νέους τόπους
Η Αγία Νίνα δεν είδε την ολοκλήρωση αυτού του μεγαλοπρεπέστατου ναού, γιατί αποφεύγοντας την δόξα και την τιμή, την οποία της απέδιδε ο βασιλιάς και ο λαός, αλλά και γεμάτη ζήλο ώστε να συνεχίσει να δοξάζει το όνομα του Σωτήρος Χριστού, απομακρύνθηκε από την πολυάνθρωπο πόλη στο όρος, στα άνυδρα ύψη του Αράβγου, στα σύνορα της περιοχής της Καρτάλης. Βρήκε μία μικρή σπηλιά, καλυμμένη με κλαδιά δένδρων και παρέμεινε σε αυτήν. Εκεί με δακρύρροη προσευχή, ανέβλυσε για τις ανάγκες της νερό από τον βράχο. Έως σήμερα από αυτή την πηγή το νερό στάζη ωσάν δάκρυα, και ο λαός την ονομάζει πηγή των Δακρύων, και γαλακτορρεούσα πηγή, γιατί δωρίζει γάλα στα στείρα στήθη των μητέρων.
Εκείνο τον καιρό οι κάτοικοι της Μτσχέτα είδαν ένα θαυμαστό σημείο: Μερικές νύχτες έλαμπε ένας σταυρός στον ουρανό, με στεφάνι από αστέρια και φώτιζε τον πρωτόκτιστο ναό. Πρίν την αυγή, διαχωρίζονται από εκείνον τον σταυρό τα τέσσερα λαμπρότερα αστέρια, και απέρχονταν, το πρώτο στην Ανατολή, το δεύτερο στην Δύση, το τρίτο φώτιζε την εκκλησία, ενώ το τέταρτο φώτιζε το ασκητήριο της Αγίας Νίνας και εισήρχετο στο ύψος του βράχου όπου βρισκόταν ενα ψηλό δένδρο. Ούτε ο επίσκοπος Ιωάννης, ούτε ο βασιλιάς μπορούσαν να εννοήσουν αυτό το σημείο. Η Αγία Νίνα έκοψε εκείνο το δένδρο και έφτιαξε από αυτό τέσσερις σταυρούς. Τον πρώτο τον τοποθέτησε σε εκείνο τον βράχο, το δεύτερο στα δυτικά στο όρος Τχότ όπου είχε τυφλωθή ο βασιλιάς, τον τρίτο στην ενάρετη Σαλώμη σύζυγο του πρίγκηπα ρέβ, για να τον στήση στην πόλη Ουτζάρμι, και τον τέταρτο το έδωσε στην περιοχή Μπόνμπε όπου διοικούσε η βασίλισσα Σοφία, και μόλις είχε αρχίσει να την φωτίζει με το φώς του Χριστού.
Παίρνοντας μαζί της τον πρεσβύτερο Ιάκωβο και έναν διάκονο, έφυγε βόρεια, ορεινά, πρός τις πηγές των ποταμών Άραβγι και Υιόρι, και γέμισε τις ρεματιές του Καυκάσου με το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Οί άγριοι κάτοικοι του Τσαλέτι, Ερτσό, Τιονέτι και πολλοί άλλοι, αποδέχθηκαν το Ευαγγέλιον, κατέστρεψαν τα είδωλά τους και έλαβαν το Άγιο Βάπτισμα. Από εκεί ταξίδεψε για το Κοκαμπέτι και έφερε όλους τους κατοίκους στην πίστη του Χριστού. Κατόπιν κατευθύνθηκε στην νότια Καχετία, έφθασε στην περιοχή Μπόντμπε και εκεί παρέμεινε. Έφτιαξε στο ύψωμα μιά καλύβα για κατάλυμα. Εκείνο τον καιρό ζούσε στο Μπόντμπε η βασίλισσα της Καχετίας Σόντζα (Σοφία). Και εκείνη πήγε να ακούση την υπέροχη διδασκαλία της. Όταν την άκουσε δεν μπόρεσε να απομακρυνθή από αυτήν. Πίστεψε ειλικρινά στα σωτηριώδη λόγια της. Και γρήγορα, μαζί με όλους τους αξιωματούχους της και πλήθος λαού, έλαβε το Βάπτισμα.
ΙΕ) Η κοίμηση της Αγίας
Αφού και στην Καχετία ολοκλήρωσε το έργο ης, πήρε την πληροφορία από τον ουρανό ότι πλησάζει το τέλος της. Ενημέρωσε σχετικά με γράμμα τον βασιλέα Μίριαν, και επικαλουμένη για αυτόν και την βασιλεία του την αιώνια ευλογία του Θεού και της Θεοτόκου και την προστασία του Τιμίου Σταυρού, η Αγία έγραψε: Εγώ τώρα, ως ξένη και παρεπίδημος, αποχωρώ από αυτόν τον κόσμο, και θα ακολουθήσω την οδό των πατέρων μου. Σε παρακαλώ βασιλέα, όρισε να έλθη σε μένα ο επίσκοπος Ιωάννης, για να με προετοιμάση για την αιώνιο ζωή, γιατί η ημέρα του θανάτου μου είναι κοντά.
Διαβάζοντας αυτό το γράμμα το οποίο το έφερε η ίδια η βασίλισσα Σοφία, ο βασιλιάς, όλο το ανάκτορο και ο ιερός κλήρος ξεκίνησαν για την ετοιμοθάνατη και την πρόλαβαν ακόμα ζωντανή. Πλήθος λαού συγκεντρώθηκε γύρω από το κρεββάτι της ασθενούς, και το περιέχυσε με δάκρυα και πολλοί άρρωστοι που το άγγιζαν θεραπεύονταν. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής της, με την παράκληση των μαθητριών της, οι οποίες θρηνούσαν, η Αγία Νίνα τους διηγήθηκε για το γένος και την ζωή της. Η Σαλώμη κατέγραψε την διήγησή της, η οποία εδώ με συντομία αναπτύσσεται, λέγοντας: Άς γραφή η πτωχή και ταπεινή ζωή μου, ώστε να γίνη γνωστή και στα παιδιά σας, οπως η πίστης σας και η αγάπη με την οποία με περιβάλατε. Ιδιαιτέρως, για να γίνουν γνωστές στις μελλοντικές γενιές, όλα τα σημεία του Θεού, τα οποία με τα ίδια σας τα μάτια είδατε και εσείς και γίνατε ζωντανοί μάρτυρές τους.
Τούς είπε και κάποιες διδαχές ακόμα περί της αιώνιας ζωής. Κατόπιν, από τα χέρια του επισκόπου με ευλάβεια κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Παρήγγειλε το σώμά της να ταφή σε κείνη την πτωχή καλύβη, ώστε να μην μείνη ορφανή η νεοσύστατη εκκλησία της Καχετίας. Και έτσι εν ειρήνη παρέδωσε το πνεύμά της στα χέρια του ζώντος Θεού, το 335 μ. Χ.
Ο βασιλέας, ο επίσκοπος, και ο λαός, λυπημένοι, θέλησαν να μεταφέρουν το πολύτιμο λείψανο της Αγίας στον Μητροπολιτικό Ναό της Μτσχέτα, και να το ενταφιάσουν δίπλα στον ζωηφόρο εκείνον στύλο. Αλλά δεν μπορούσαν με κανέναν τρόπο να μετακινήσουν το φορείο της ασκήτριας από τον τόπο εκείνο που η ίδια διάλεξε για την ανάπαυσή της, για αυτό και το ενταφίασαν εκεί στην πτωχή καλύβη.
Μοναστήρι στο Μπόντμπε όπου βρίσκεται ο τάφος της Αγίας
ΙΣΤ) Η δόξα της Αγίας Νίνας
Πάνω στον τάφο της ο Μίριαν άρχισε να οικοδομή ναό τον οποίο ολοκλήρωσε ο γιός του Μπακάρ[15], το 342 μ. Χ. και το αφιέρωσε στο όνομα του συγγενούς της Αγίας Νίνας, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Αυτός ο ναός ποτέ δεν καταστράφηκε εντελώς, υπάρχει μέχρι σήμερα. Δίπλα σε αυτόν ανοικοδομήθηκε η Μητρόπολη Μπόντμπε, η αρχαιότερη σε όλη την Καχετία, από την οποία το κήρυγμα του Ευαγγελίου διαδόθηκε έως τα πέρατα των ορέων του ανατολικού Καυκάσου.
Ο τάφος της Αγίας Νίνας
Τό σώμα της Αγίας Νίνας ο Θεός το δόξασε με την αφθαρσία· στο μνήμά της γινόνταν πολλά και συνεχή σημεία και θαύματα. Αυτά τα ευλογημένα σημεία, η ισάγγελος ζωή και ο αποστολικός ζήλός της, παρεκίνησε την νεόφυτη εκκλησία της Γεωργίας, με την ευλογία της Εκκλησίας της Αντιόχειας να την ονομάσουν ισαπόστολο και φωτίστρια της Γεωργίας, να την επισημοποιήσουν στον χορό των Αγίων και να θεσπίσουν πρός τιμή της ετήσια εορτή στις 14 Ιανουαρίου την ημέρα της μακαρίας κοιμήσεώς της. Έως σήμερα υπάρχει μικρή πέτρινη εκκλησία στο όνομα ταής Αγίας Νίνας στη Μτσχέτα, την οποία ο βασιλιάς Βαχτανγκ Γούργκασλαν[16] οικοδόμησε σε εκείνο το όρος, στον οποίο η Αγία Νίνα στην αρχή με τις προσευχές της γκρέμισε το είδωλο του Αρμάζ.
Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου όπου μέσα βρίσκεται ο τάφος της Αγίας.
Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τώ Σταυρώ.
Τού Παρακλήτου λαμπρυνθείσα τη αίγλη, των Αποστόλων εμιμήσω τον ζήλον, και τον Χριστόν τοίς έθνεσιν εκήρυξας, Νίνα Ισαπόστολε, εν δυνάμει τη θεία, όθεν δυσωπούμεν σέ, εκτενώς εκδυσώπει, υπέρ ημών τον πάντων Ποιητήν, της Ιβηρίας, αγία Φωτίστρια.
Έτερο. Ήχος πλ α' . Τον συνάναρχον λόγον
Ως ωραίοι οι πόδες σου οι ζηλώσαντες ακολουθήσαι ταίς τρίβοις των αποστόλων Χριστού, Νίνα σκεύος Παρακλήτου παμφαέστατον’ όθεν τιμώντες σε πιστώς, Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σε αιτούμεν’ ημών τα σκότη λιταίς σου της αγνωσίας πόρρω σκέδασον.
Κοντάκιον. Ήχος β’. Τοίς των αιμάτων σου.
Τής ευσεβείας τον δρόμον τελέσασα, εν Ιβηρία σεμνή Ισαπόστολε, της άνω Σιών κατηξίωσαι, Νίνα αεί τώ Σωτήρι πρεσβεύουσα, διδόναι ημίν θείον έλεος.
Βρείτε την Παράκληση της Αγίας Νίνας ΕΔΩ!
Δείτε βίντεο με τον σταυρό της Αγίας ΕΔΩ!
Σημειώσεις
[1] Ιβηρία ή Γεωργία, είναι χώρα στη Καυκασία, η οποία είχε έως και την συνένωσή της με την ρωσία, στις 18-012-1801 μ. Χ. μοναρχική βασιλεία, και κατά τους διάφορους καιρούς είχε διαφορετικά σύνορα. Με την στενή ονομασία του ονόματος Γεωργία στους σύγχρονους καιρούς, γίνεται αναφορά συχνότερα για το κράτος της Τιφλίδας, που κατοικείται από ένα σημαντικό μέρος πληθυσμού.
[2] Μτσχέτα, παλαιά πρωτεύουσα της Γεωργίας, τώρα μικρό χωριό με το όνομα Ντουσέτσκογκ στο κράτος της Τιφλίδας. Τον 5ον αιώνα έγινε έδρα του Πατριάρχη ο οποίος έφερε τον τίτλο πάσης Μτσχέτα, ή καθολικός Μτσχέτα.
[3] Καρτβέλοι, φυλή των Καυκασίων, Γεωργιανοί.
[4] Αρμενία, χώρα γεμάτη βουνά, μεταξύ του ποταμού Κούρα και των πηγών των Τίγρη και Ευφράτη.
[5] Ο Τηριδάτης ανήλθε στον θρόνο το 286 μΧ. Αδίστακτος διώκτης των χριστιανών. Μετεστράφη από τον Άγ. Γρηγόριο, α´ επίσκοπο Αρμενίας. Και το 302 μΧ, μετεστράφη και όλη η Αρμενία.
[6] Την μνήμην τους εορτάζουμε στις 30/10.
[7] Κούρ, ο μεγαλύτερος ποταμός της περιοχής των Καυκασίων.
[8] Άραβγι, αριστερό ποταμάκι του Κούρα, το οποίο χύνεται κοντά στη Μτσχέτα.
[9] Ο Μέγας Κωνσταντίνος βασίλευσε από το 306-337 μ. Χ.
[10] Αφροδίτη, ελληνορωμαϊκή θεότητα, της ομορφιάς και της αγάπης. Οι εορτές διεξάγονταν σε πλήρη ακόλαστη φαυλότητα.
[11] Αυτό το γεγονός έγινε στις 6/5/319. Σώζεται έως σήμερα στην κορυφή του όρους Τόχτι ο ναός που ίδρυσε ο βασιλιάς Μίριαν.
[12] Αυτός είναι ο Άγιος Ευστάθιος που εκοιμήθη το 377 μ.Χ, και εορτάζει στις 21 Φεβρουαρίου.
[13] Καρτάλη, ονομάζεται η γή που εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Κούρα
[14] Εννούμε την Αντιόχεια της Συρίας.
[15] Μπακάρ, γιός του Μίριαν και διάδοχός του, βασίλευσε από το 342-364 μ. Χ.
[16] Βασίλευε στην Γεωργία από το έτος 446 έως το 459 μ. Χ.
Πηγή: Έκδοσις Ι. Μ. Αγ. Γεωργίου, Ήλια Αιδηψού Εύβοιας, 2002 users.uoa.gr
