Αποστείλετε προτεινόμενο υλικό στο ptheoxaris@yahoo.gr προς ωφέλεια των ψυχών όλων μας!
Συνέχεια Άρθρου ▼
Τι θα πει ότι η Παναγία είναι αειπάρθενος;
Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει για τη μητέρα του
Μεσσία και λέγει ότι θα είναι Παρθένος: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί…» (7, 14).
Στον προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-2) προφητεύεται η αειπαρθενία της Παναγίας με την
εικόνα της «κεκλεισμένης πύλης», από την
οποία διέρχεται μόνον ο Κύριος, χωρίς αυτή να ανοιχθεί.
Για το αειπάρθενο της Παναγίας στις αγιογραφίες
της οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν τρία αστέρια. Στο μέτωπο και στις δύο πλάτες. Τα
τρία αστέρια συμβολίζουν την αειπαρθενία της Μαριάμ πριν, κατά και μετά τη
γέννηση του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι η Παρθένος
Μαριάμ είναι αειπάρθενος. Ήταν δηλαδή παρθένος
πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Μεσσία. Το Χριστό
Τον γέννησε παρθένος γυναίκα, για να φανερωθεί ότι ο Χριστός δε θα είναι
συνηθισμένος άνθρωπος, γεννημένος από ανθρώπινη θέληση, αλλά γεννημένος από το
θέλημα του Θεού. Στη γέννησή Του ο Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο, γιατί
η Μαριάμ δεν πόνεσε, όπως η κάθε γυναίκα. Ο πόνος του τοκετού δεν υπήρχε στην
Παναγία, γιατί η γέννηση του Χριστού ήταν εκτός της
τιμωρίας των Πρωτοπλάστων. Μετά τη γέννηση του Χριστού η Παναγία
αφιερώθηκε στο έργο της περίθαλψης του Χριστού και της προσευχής. Όλο το είναι
της το κατέλαβε η αγάπη στον Υιό και Θεό της.
Από το βιβλίο «Νεανικές
Αναζητήσεις - Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.92), Αρχ. Μαξίμου
Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου
Κανένα να μην κατηγορείς, να μην περιγελάς, να μην πικραίνεις
Κανένα να μην κατηγορείς, να μην περιγελάς, να μην πικραίνεις. Να μην οργίζεσαι. Μη σκεφτείς ποτέ πως έχεις κάποια αρετή. Φυλάξου να μη λές, “ο τάδε ζεί καλά, ο δείνα ζεί άσωτα”, γιατί αυτό ακριβώς σημαίνει το «μή κρίνετε» (Ματθ. 7:1. Λουκ. 6:37). Όλους να τους βλέπεις με το ίδιο μάτι, με την ίδια διάθεση, με την ίδια σκέψη, με απλή καρδιά. Ολους να τους δέχεσαι σαν το Χριστό. Μήν ανοίξεις τ' αυτιά σου σε άνθρωπο που κατακρίνει, ούτε, πολύ περισσότερο, να ευχαριστιέσαι μ' αυτά που λέει. Εσύ να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Λίγο να μιλάς και πολύ να προσεύχεσαι. Μά ούτε κι αυτόν που κατακρίνει ή κάνει οποιαδήποτε άλλη αμαρτία να καταδικάσεις με το λογισμό σου. Τά δικά σου σφάλματα να βλέπεις πάντα και τον εαυτό σου μόνο να καταδικάζεις και να εξουθενώνεις. Νά, έτσι θα κερδίσεις τη βασιλεία των ουρανών. Αγίου Νήφωνος Κωνσταντιανής.Ένας Ασκητής Επίσκοπος, Υποθήκες ζωής πηγή
Χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γής πρός ουρανόν...
Η Παναγία χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο, τον ποιητή του κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, ως «η γέφυρα όντως η μετάγουσα εκ θανάτου πάντας προς ζωήν τους υμνούντας σε». Μία γέφυρα αποτελεί ένα πέρασμα πάνω από ένα ποτάμι ή και μία θάλασσα, από ένα τμήμα ενός βουνού προς ένα άλλο. το πέρασμα αυτό μεταφέρει τους ταξιδιώτες με ασφάλεια από ένα μέρος σε ένα άλλο, ώστε να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους. Ο υμνογράφος δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την Παναγία ως γέφυρα, η οποία όμως έχει κάποιες διαφορές σε σχέση με το ανθρώπινο έργο. Η Παναγία ως γέφυρα μεταφέρει από τον θάνατο στη ζωή όσους την υμνούν. Ο προορισμός είναι ο τελικός για κάθε άνθρωπο. Ζωή είναι ο Χριστός και μάλιστα ο Αναστημένος Χριστός. Ο κόσμος του Χριστού είναι η Βασιλεία του Θεού, στην οποία ο θάνατος δεν έχει θέση, γιατί ο Χριστός τον νίκησε διά του Σταυρού και της Αναστάσεως. Δεν έχουμε να κάνουμε άλλο ταξίδι μετά το πέρασμα, καθότι έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξής μας, που είναι εξ αρχής η ομοίωση με τον Θεό, τουτέστιν η κοινωνία με Αυτόν. Και η Παναγία είναι γέφυρα, ασφαλής και χωρίς κλυδωνισμούς από τους αέρηδες και τις βροχές της ζωής, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, διά της οποίας ζούμε τον Χριστό.
Είναι τολμηρή η εικόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτυπώνει το όλο κλίμα των Χαιρετισμών προς το πρόσωπο της Παναγίας, όπως το ζήσαμε και το ζούμε κάθε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Παναγία καθιστά τον εαυτό της γέφυρα, διότι μας δείχνει πως μπορούμε, φτάνοντας ενώπιον της, να δούμε τη ζωή όπως τη ζούμε και τη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας αν περάσουμε δι’ αυτής προς τα εκεί. Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, στο οποίο συναντούμε πολλά: την επιβίωση, την αναζήτηση σχέσεων, την αναζήτηση αναγνώρισης και καταξίωσης, την ικανοποίηση αναγκών, την αγάπη, την ανακάλυψη, διαμόρφωση, τροποποίηση και στερέωση της ταυτότητάς μας. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα το ζήσουμε με κριτήριο μόνο τον εαυτό μας, το εγώ μας, τις επιθυμίες μας, την εξουσία έναντι των άλλων, την παθητικότητα έναντι των άλλων, τα πάθη μας ως αφορμή δικαίωσης και ευχαρίστησης ή ένα ταξίδι στο οποίο, προσβλέποντας στον τρόπο της Παναγίας, θα διαλέξουμε να παλέψουμε προχωρώντας με κριτήριο την αγάπη κι ας γίνεται σταυρός, την αυτογνωσία, βλέποντας τα πάθη μας και παλεύοντας με την πίστη, την προσευχή, την επίκληση της χάριτος του Θεού, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, την άσκηση που γίνεται εκκοπή του ιδίου θελήματος και επανεξέταση του θυμού και της φιλαυτίας, την αγάπη για τον συνάνθρωπο που γίνεται συγχώρηση, να κάνουμε συνεχώς καινούργιες αρχές. Ο πρώτος δρόμος αναδίδει θάνατο. Ο δεύτερος ζωή.
Έτσι, αναγνωρίζουμε την Παναγία ως αυτή που πρώτη δείχνει αυτόν τον δρόμο και είναι μαζί μας και μαζί με κάθε άνθρωπο, «πάντας τους υμνούντας», δείχνοντας τον δρόμο για τη ζωή που είναι ο Χριστός. Και η Παναγία γίνεται η Μάνα της καρδιάς μας, αυτή που μας καλεί να ξαποστάσουμε στο γεφύρι, στο πέρασμά της , να πάρουμε δύναμη και να προχωρήσουμε μη γυρίζοντας πίσω. Μπορεί να μοιάζει μακρύς ο δρόμος πάνω στο γεφύρι. Κρατά μια ζωή. Όμως ο προορισμός του, το τέρμα του είναι η Ανάσταση. Και η Παναγία εμφυσά στην καρδιά μας τη γλυκύτητα της πίστης, το αεράκι της χαράς ότι δεν είμαστε μόνοι μας, την τροφή με την οποία η ίδια έθρεψε τον Υιό και Θεό της: τα ανθρώπινα μπολιασμένα με αγάπη. Και είναι συνεχώς μαζί μας η Παναγία, για να παίρνουμε κουράγιο. Την αναγνωρίζουμε σε κάθε σημείο της γέφυρας. Μας παρηγορεί στην ορμή του ανέμου και της βροχής, των δοκιμασιών που μας λένε ότι είμαστε μόνοι μας και ότι ο θάνατος θα μας καταπιεί. Μας παρηγορεί όταν σκοντάφτουμε, νικημένοι από τον εαυτό μας και τους άλλους που δεν είναι όπως τους θέλουμε. Από ένα πνεύμα σκλαβιάς στο φαινομενικά ακαταμάχητο παρόν του κόσμου και του πολιτισμού που επιτίθεται για να μας ρίξει στον γκρεμό ή στο νερό των παθών και της απόγνωσης. Είναι εκεί η Παναγία και μας υπενθυμίζει την Εκκλησία, τον Χριστό, την ανάσταση, τη ζωή.
Ας την επικαλούμαστε στο τέλος του κύκλου των Χαιρετισμών και ας την χαιρετούμε με την πίστη ότι είναι και θα παραμένει «όντως» η γέφυρα στην οποία δεν θα χάσουμε ποτέ ούτε τον προσανατολισμό ούτε την ελπίδα μας. π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Νόμιζα ό,τι αισθάνομαι για τους άλλους θετικό, αισθάνονται το ίδιο κι αυτοί για μένα.
Νόμιζα ότι μπορώ ν’ ανοίξω την καρδιά μου με ειλικρίνεια και να εισπράξω αποδοχή.
Νόμιζα ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είν’ εύκολες και ότι ο άνθρωπος είναι αυτό που δείχνει.
Νόμιζα ότι η εξομολόγηση από μόνη της, χωρίς την προσωπική απόφαση γι’ αλλαγή μπορεί να μου δώσει νέα ζωή.
Νόμιζα ότι η Θεία Λειτουργία είναι για να νιώσω το Θεό μόνος μου κι απομονωμένος από τους άλλους.
Νόμιζα ότι ήταν αρκετό να προσέξω από τα λεγόμενα «σαρκικά αμαρτήματα» για να δικαιούμαι να κοινωνήσω.
Νόμιζα ότι αμαρτία είναι να παραβώ τις εντολές του Θεού, όπως παραβαίνει κανείς τους νόμους του κράτους.
Νόμιζα ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζω τη θεολογία της Εκκλησίας, αρκεί να είμαι ηθικός για να είμαι «καλός χριστιανός».
Νόμιζα ότι ο σκοπός της Εκκλησίας στον κόσμο είναι να κάνει κοινωνικό, φιλανθρωπικό, πολιτιστικό έργο.
Νόμιζα ότι προσευχή είναι να λέω στο Θεό : δώσε μου.
Νόμιζα ότι άμα αποφασίσω να προσευχηθώ με βάση την επιθυμία να συσχετιστώ με τον «αόρατο και ακατάληπτο» Θεό, κανένας λογισμός δεν θα παρουσιαστεί και θα πηγαίνουν όλα καλά.
Νόμιζα ο Χριστός με αγαπά όταν είμαι «καλός χριστιανός» και με αποστρέφεται όταν δεν κάνω το θέλημά Του .
Νόμιζα πως ο έρωτας, η διασκέδαση, το ωραίο ντύσιμο, η χαρά και η ευτυχία δεν είναι για τους πιστούς.
Νόμιζα ότι η άσκηση είναι μαζοχισμός, προσπάθεια να καταπατήσω τις επιθυμίες μου, να μισήσω το σώμα μου.
Νόμιζα… Νόμιζα… Νόμιζα…
Μέχρι που συνάντησα «άνθρωπο του Θεού» γνήσιο, αληθινό, ανθρώπινο, και μου αποκάλυψε το μυστήριο της όντως Ζωής με το λόγο του, μα πιο πολύ με την παρουσία του, τη χαρά του, την καρδιά του που αγκάλιαζε όλους ό,τι και να ’ναι, όπως και να ’ναι.
Τότε κατάλαβα πως όλοι είμαστε «τέκνα του Αδάμ», αδύνατοι και αμαρτωλοί, με πάθη κρυφά και φανερά, κληρονομικά κι επίκτητα, αλλά και «τέκνα του Νέου Αδάμ», Αυτού που πήρε τη φύση μας και την ανακαίνισε, την έκανε νέα και ωραία. Κι ένιωσα, δια μέσου του «ανθρώπου του Θεού», τη χωρίς όρια αγάπη του Θεού, την ελευθερία από τα «πρέπει», τη μεγάλη χαρά να ζεις χριστιανικά.
Κι άρχισα να θέλω να βλέπω τους ανθρώπους αλλιώς, τα ωραία αντί τα άσχημά τους, να προσπαθώ να αφήνομαι στην αγκαλιά του Θεού σε κάθε Λειτουργία μαζί με τους αδελφούς μου, όσο μπορώ να προσεύχομαι και να πορεύομαι με χαρά, κοιτάζοντας πιο πολύ τι έχω απ’ αυτά που δεν έχω, αναμένοντας από τον Κύριο μου να κάνει το θαύμα της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου, και μαζί με τον κόσμο Του και σε μένα.
Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού.
Αγάπη είναι μιά αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμά τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει τον Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν’ αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα.
Εκείνος που φοβάται τον Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς τους, και πως απ’ όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο.
Μέ τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτά και την αγάπη πρός τον Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη. Εκείνος που αγαπάει τον Θεό, ζεί αγγελικό βίο πάνω στη γή. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό.
Η ανέκφραστη ειρήνη, που έχουν οι άγιοι άγγελοι, οφείλεται σ’ αυτά τα δύο: στην αγάπη πρός τον Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από τον Σωτήρα μας, ότι σ’ αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών. (Ματθ. 22, 40).
Όποιος αγαπάει τον Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά, όταν τους βλέπει να διορθώνονται.
«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θά τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Καί η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατό ν’ αγαπήσει. Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε, αν δηλαδή τις κάνουμε γι’ Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν’ αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στον Θεό. Σ’ Αυτόν ν’ αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.
Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία πρός τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων. Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.
Εκείνος που αγαπάει τον Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα, δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους, έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν, υπέμεινε, όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.
Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης πρός τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Δέν θα μπεί στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ.7,21).
Καί πάλι: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15). «Εγώ σας λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας βλάπτουν» (Ματθ. 5,44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν’ αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου.
Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι’ αυτό ανεξαίρετά τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους ενάρετούς τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για να τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου.
Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν’ αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου. Αν «η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (Ρωμ. 13,10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του ή τον επιβουλεύεται με κάποια κακοήθεια, αυτός ο άνθρωπος δεν αποξενώνει άραγε τον εαυτό του από την αγάπη και δεν τον κάνει ένοχο για την αιώνια καταδίκη;
Ο Χριστός δεν θέλει να έχεις εναντίον κανενός ανθρώπου μίσος ή λύπη ή οργή ή μνησικακία οποιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε πρόσκαιρο πράγμα. Κι αυτό το διακηρύσσουν παντού τα τέσσερα Ευαγγέλια. Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν λοιπόν ο νούς σκέφτεται το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι του κρατάει κακία.
«Οι δρόμοι όμως των μνησίκακων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο» (Πάρ. 12,28), γιατί «ο κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του νόμου» (Πάρ. 21,24). Την ώρα της ειρήνης σου, μη θυμάσαι εκείνα που σου είπε ο αδελφός όταν σε στενοχώρησε είτε σ’ εσένα κατά πρόσωπο τα είπε, είτε σε άλλον και μετά τα άκουσες-, για να μην πέσεις στο πάθος της μνησικακίας.
Όταν συνομιλείς με άλλους, πρόσεχε μήπως εξαιτίας της λύπης, που διατηρείς ακόμα κρυμμένη μέσα σου, νοθεύσεις τους επαίνους σου για τον αδελφό, αναμιγνύοντας ασυναίσθητα στα λόγια σου την κατηγορία. Να χρησιμοποιείς στις συνομιλίες σου αγνό έπαινο για τον αδελφό και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν ειλικρινά, σαν να προσεύχεσαι για τον εαυτό σου. Έτσι, πολύ σύντομα θα ελευθερωθείς από το ολέθριο μίσος. Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού, μην αφήσεις τον αδελφό σου να κοιμηθεί λυπημένος μαζί σου ούτε κι εσύ να κοιμηθείς λυπημένος μαζί του. Πήγαινε, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε πρόσφερε στον Χριστό το δώρο της αγάπης σου με καθαρή συνείδηση και θερμή προσευχή.
Μήν αφήσεις τ’ αυτιά σου ν’ ακούνε τα λόγια όποιου καταλαλεί, ούτε και τα δικά σου λόγια να φτάνουν στ’ αυτιά του φιλοκατήγορου, μιλώντας ή ακούγοντας με ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρός της αιώνιας ζωής. Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη συκοφαντείται κάποιος είτε στη διαγωγή.
Καί κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, τον μόνο που μπορεί να μας λυτρώσει από τον κίνδυνο, να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα. Όσο εσύ προσεύχεσαι μ’ όλη σου την ψυχή για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν εξαιτίας της συκοφαντίας.
Γνήσιος φίλος είναι εκείνος πού, στον καιρό του πειρασμού, συμμερίζεσαι αθόρυβα και ατάραχα τις θλίψεις, τις ανάγκες και τις συμφορές του πλησίον, σαν να είναι δικές του. Δεν έχει ακόμα τέλεια αγάπη ούτε βαθιά γνώση της θείας πρόνοιας εκείνος που σε καιρό πειρασμού δεν κάνει υπομονή για όσα λυπηρά του συμβαίνουν, αλλά αποκόπτεται από την αγάπη των πνευματικών αδελφών. Αν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει όμως αγάπη, τίποτα δεν ωφελείται, όπως λέει ο θείος Απόστολος (ά’ Κορ. 13,2), άραγε πόση προθυμία και ζήλο οφείλουμε να δείξουμε για να την αποκτήσουμε;
Πολλοί βέβαια έχουν πεί πολλά για την αγάπη. Αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρείς μόνο στους μαθητές του Χριστού, γιατί μόνο αυτοί είχαν για δάσκαλό τους στην αγάπη την αληθινή Αγάπη, το Χριστό, και έλεγαν: «Άν έχω το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια, κι αν έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι» (ά’ Κορ. 13,2).
Εκείνος λοιπόν που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο το Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (ά’ Ιω. 4,16). Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες. Αμήν.
Η ανατροφή των παιδιών ίσως είναι ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που ο γονέας καλείται να αντιμετωπίσει στην ζωή του. Η δε ανατροφή σύμφωνα με τα χριστιανικά πρότυπα είναι ακόμη πιο δύσκολη στην τύρβη της σύγχρονης κοινωνίας που ζούμε. Τα ερεθίσματα που αποπροσανατολίζουν τα παιδιά μας είναι ποικίλα και δύσκολα μπορούμε να τα προστατέψουμε από αυτά. Παρά ταύτα η Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου έχει επιμεληθεί την ιστοσελίδα της «Ορθοδοξία & Παιδί» όπου υπάρχει άφθονο υλικό για την ενασχόληση των παιδιών μας, εάν είναι σε ηλικία που ενδείκνυται. Συγκεκριμένα, έχουμε συλλέξει τραγούδια, κινούμενα σχέδια, διαδραστικά παιχνίδια, υλικό για κατήχηση και άλλα. Αλλά πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε αναρτήσει άρθρα που αφορούν στην διαπαιδαγώγηση και που δίνουν λύσεις σε προβλήματα της καθημερινότητας. Εάν λοιπόν έχετε οποιοδήποτε πρόβλημα ή απορία για το πώς να μεγαλώσετε τα παιδιά σας, μπορείτε να βρείτε λύσεις ΕΔΩ !
Συνέχεια Άρθρου ▼Σύρετε πατώντας ▼
Αν νιώθεις ότι δεν ξέρεις τι σου συμβαίνει…
Πολλές φορές νιώθουμε πράγματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Που μας απασχολούν και φοβόμαστε να τα συζητήσουμε και να τα εξωτερικεύσουμε. Η Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου έχει φτιάξει ειδικά για σένα την "Πλατφόρμα Συναισθημάτων" όπου γράφεις μονολεκτικά ότι νιώθεις και μπορείς να διαβάσεις τί έχουν να σου πουν οι πατέρες της εκκλησίας, και πώς μπορείς να βρεις λύση στο πρόβλημά σου!
Για τα πάθη μας ευθύνεται άλλος, η βούλησή μας. Ο Θεός δεν θέλει να περιορίσει τη βούλησή μας, δεν θέλει να μας πιέσει, δεν θέλει να επιβάλει τη βία. Από μας εξαρτάται τι θα κάνουμε και πως θα ζήσουμε. Ή θα ζούμε τον Χριστό και θα έχουμε τα θεία βιώματα και την ευτυχία ή θα ζούμε στη μελαγχολία και στη λύπη.
«…Σε συμβουλεύω λοιπόν να προσεύχεσαι, συχνά. Να λέγεις την ευχή: “Κύριε
Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όσο μπορείς συχνότερα. Να βάλεις μίαν καλήν αρχήν
και με τον καιρόν θα αισθανθείς τον γλυκό καρπό, χαρά, γλυκύτητα και
ευφροσύνη.
Όσο μπορείς, να φυλάττεις καθαρότητα σώματος και ψυχής. Συστολή των αισθήσεων
και σμικρολογία. Ιδίως να φυλάσσεσαι από τις κακές συναναστροφές.
Καμιά άλλη αρετή δεν ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεόν, όσον η προσευχή! Όσο
για τα σκιρτήματα του πνεύματος, δεν είναι καιρός ακόμη· είναι νωρίς. Εσύ
βάδιζε τον δρόμον που σου υποδεικνύω, λέγοντας αυτήν την μικρούλα ευχούλα, το:
“Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” ή “Ιησού γλυκύτατε, ελέησόν με”, και θα το
εύρεις μόνος σου.
Και όταν ο Πανάγαθος Θεός ευδοκήσει να σε χαριτώσει, να γνωρίσεις την γλυκύτητά
Του, τότε θα γίνεις έξαλλος από χαράν. Τότε θα γνωρίσεις, τι θα πει σκίρτημα,
ή μάλλον, πως η ψυχή σου θα φεύγει από το σώμα· θα διαπερνά τους ουρανούς· θα
διασχίζει τα τάγματα των Αγγέλων και Αρχαγγέλων, για να συναντήσει τον
γλυκύτατόν της Νυμφίον… και άλλα πολλά, τα οποία εγώ δεν πρέπει να σου τα
προλέγω…
Όπου κι αν ευρίσκεσαι, να προσεύχεσαι· όχι μόνον μέσα στην Εκκλησία, αλλά και
οπουδήποτε αλλού να λέγεις αυτήν την χαριτόβρυτον ευχούλα.
Και Εκκλησία και
θρόνος Θεού και παράδεισος είναι αυτή η καρδιά του ανθρώπου. Καθώς και το
αντίθετον και κόλασις και θρόνος του διαβόλου πάλιν είναι η καρδιά του
ανθρώπου. Στην θέλησιν λοιπόν του ανθρώπου είναι να κάνει την καρδιά του
παράδεισον και θρόνον Θεού, προσευχόμενος και κάνοντας έργα καλά και όχι του
διαβόλου.
Ο Γέροντάς μου ο μακαρίτης ο πατήρ Ιωσήφ [ο Ησυχαστής] είχε γράψει ολόκληρο
βιβλίον περί ησυχίας και προσευχής. Στο κεφάλαιον περί θείου έρωτος έγραφε:
Στους ουρανούς σ’ αναζητώ,
ψάχνω για να σε εύρω,
κι όταν σκιρτάς κατανοώ,
ότι μέσα μου σε έχω.
Δηλαδή τον Ιησούν Χριστόν. Ο Χριστός διαρκώς διδάσκει στο Ευαγγέλιο του· “Η
βασιλεία του Θεού εντός υμών έστιν” (Λουκ. 17, 21)».
(Από το βιβλίο του Γεωργίου Κρουσταλάκη, ομοτ. καθηγητή της Παιδαγωγικής της
Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, «Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης, Ο
Θεολόγος και Παιδαγωγός της ερήμου», των εκδόσεων Εν πλω, σσ. 489-491).