+ Γέροντας Παλλάδιος: Ένας σπάνιος άνθρωπος με το χάρισμα της φιλοξενίας!


Αναγνώσεις: |


Η αντιγραφή και αποθήκευση έχει καταχωρηθεί επιτυχώς!

Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.

Έχετε αντιγράψει το άρθρο στα αγαπημένα στις:

Σας ενημερώνουμε ότι ο παρόν ιστότοπος χρησιμοποιεί λογισμικό διασφάλισης πνευματικών δικαιωμάτων.
Από την Μυτιλήνη, στο Άγιο Όρος.

Ο μοναχός της προσευχής και της αρχοντικής φιλοξενίας!

Του Πρωτ. Θεοχάρη Καλπάκογλου, Εφημερίου Παλαιοχωρίου, Ι. Μ. Ελευθερουπόλεως

​Στις 29 Σεπτεμβρίου (ν.η.), εγκατέλειψε τα επίγεια και πορεύθηκε για τα ουράνια σκηνώματα σε ηλικία 67 ετών, ένας από τους πιο ξεχωριστούς και αγαπητούς ανθρώπους της σύγχρονης αγιορείτικης ζωής, ο Μοναχός Παλλάδιος, Γέροντας της Καλύβης ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ της Ιεράς Κουτλουμουσιανής Σκήτης Αγίου Παντελεήμονος. Η είδηση της κοίμησής του σκόρπισε βαθιά συγκίνηση σε πλήθος πιστών, νέων και ηλικιωμένων, προσκυνητών που είχαν την ευλογία να τον γνωρίσουν, αφήνοντας πίσω της την αύρα ενός ανθρώπου που έζησε αθόρυβα, αγωνιζόμενος τον «καλό αγώνα» της πίστης και της ανιδιοτελούς αγάπης.

Η πορεία του προς τον μοναχισμό υπήρξε καρπός μιας ανεξάντλητης, πύρινης αγάπης για τον Χριστό και την Παναγία. Από μικρός, η ψυχή του φλεγόταν από τον Θείο πόθο. Ήταν μόλις 17 ετών όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση και έφυγε κρυφά από το πατρικό του σπίτι, από τα Πάμφιλα της Μυτιλήνης, όπου και γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1959. Για τρία ολόκληρα χρόνια, οι καλοί και ευσεβείς γονείς του, Κωνσταντίνος και Χρύσα, ζούσαν μέσα στην αγωνία και την αβεβαιότητα, χωρίς να γνωρίζουν αν το παιδί τους ζει ή πέθανε.

Ο Θεός, όμως, φανέρωσε τα βήματά του με τρόπο θαυμαστό: οι δικοί του τον είδαν τυχαία στην τηλεόραση, κατά τη διάρκεια της πανηγύρεως της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Λίγο αργότερα έμαθαν πως ο νεαρός Παλλάδιος (κατά κόσμο Παναγιώτης Ευαγγελίδης) είχε αφιερωθεί στον μοναχισμό και, μαζί με τη συνοδεία του μακαριστού και μεγάλου Γέροντος Γρηγορίου, από την Ιερά Μονή Προυσιώτισσας, είχαν πλέον επανδρώσει την Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους. Μετά από χρόνια σιωπής, η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία και η μετέπειτα συνάντηση με τους γονείς του σφράγισαν μια πορεία απόλυτης παράδοσης στο θέλημα του Θεού.

Από τη Μονή Δοχειαρίου, τα βήματά του τον έφεραν αργότερα στη Σκήτη Κουτλουμουσίου, όπου ασκήτεψε με ταπείνωση μέχρι την τελευταία του αναπνοή, τιμώντας για μισό αιώνα το αγιασμένο ράσο, ποτίζοντάς το με ιδρώτα και προσευχή. Για δεκαετίες διακόνησε στο Άγιο Όρος, όχι μόνο με τα χέρια του, αλλά με το αίμα της ίδιας του της καρδιάς. Ήταν η ενσάρκωση της υλικής και πνευματικής φιλανθρωπίας! Πόσες φορές, μεσονύκτιες ώρες, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, τον είδαμε να στέκεται ξάγρυπνος απέναντι από το ακριβές αντίγραφο της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας και να μνημονεύει από τα δίπτυχα των προσκυνητών χιλιάδες ονόματα! Αγαπούσε υπερβολικά την αγρυπνία, τη βραδινή προσευχή και τον κόπο της ασκήσεως, προκειμένου να αναπαύσει τις ψυχές των πιστών.

Στο ιερό του κελί υπήρχε πάντοτε αδιάλειπτη η μοναχική ακολουθία για τη σωτηρία όχι μόνο των ευλαβών προσκυνητών, αλλά και για τον αγιασμό ολόκληρου του κόσμου. Και όποτε δε φιλοξενούνταν Επίσκοπος ή Ιερέας, τελούσαν τη Θεία Λειτουργία, στην οποία ο Γέροντας πάντα ετοίμαζε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έλεγε συχνά πως «οι κεκοιμημένοι χρειάζονται περισσότερη προσευχή από τους ζώντες, διότι οι ζώντες έχουν ακόμα τη δυνατότητα της μετανοίας, ενώ μετά θάνατον αυτή η ευκαιρία χάνεται».

Όσοι τον γνωρίσαμε από τα φοιτητικά μας χρόνια στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., πριν από 34 ολόκληρα χρόνια, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την έμφυτη ευγένειά του, το φωτεινό του χαμόγελο και το ανιδιοτελές του ενδιαφέρον. Άκουγε τα προβλήματα του κόσμου -είτε από κοντά είτε δια μέσω του τηλεφώνου- και τα έκανε όλα προσευχή, προτρέποντας πάντα τους πιστούς να βρουν έναν έμπειρο Πνευματικό Πατέρα και Εξομολόγο.

Με τις σοφές και διακριτικές του συμβουλές έσωσε οικογένειες από βέβαιο χωρισμό, γλίτωσε νέους ανθρώπους από τα δίχτυα των ναρκωτικών, του τζόγου και του ποτού, ενώ στήριξε αμέτρητους φοιτητές. Παράλληλα, βοηθούσε οικονομικά οικογένειες που είχαν ανάγκη και ζέσταινε την αγάπη των υποψηφίων κληρικών για την ιερωσύνη, φτάνοντας στο σημείο να αγοράζει με δικά του έξοδα τα πρώτα τους ράσα και την ιερατική τους στολή! Ιδιαίτερα χαιρόταν με τα μικρά παιδιά. Έβρισκε πάντα ευφάνταστους και γλυκούς τρόπους να τα κάνει να χαίρονται και να νιώθουν την ευλογία του Θεού και της Παναγίας, κάθε φορά που επισκέπτονταν το Κελί. Στις γιορτές θυμόταν πάντα τους πάντες με ένα τηλεφώνημα ή ευχετήρια επιστολή, ενώ όποτε μας επισκεπτόταν ή όποτε οι προσκυνητές αποχαιρετούσαν το κελί του, φρόντιζε να φεύγουν φορτωμένοι με ευλογίες, θυμίαμα, πνευματικά βιβλία, κομποσκοίνια και την Πατρική του ευχή.

Όλες οι πνευματικές του συζητήσεις ήταν ένα αστείρευτο πέλαγος οικοδομής. Μιλούσε με ανεξάντλητο ενθουσιασμό για τον βίο, τις νουθεσίες και τα θαύματα σύγχρονων Αγίων και οσιακών μορφών που αξιώθηκε να γνωρίσει, όπως τον γείτονα στο κελί του, Όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, τον Γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, τον Όσιο Διονύσιο της Καλιτσού, τον Όσιο Ευμένιο (Σαριδάκη), τον Γέροντα Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη-Αριζονίτη, τον Άγιο Πνευματικό π. Άνθιμο της Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, τον Γέροντα Σίμωνα (Αρβανίτη), τους διά Χριστόν σαλούς, Γέροντα Φώτιο Λαυριώτη, Γέροντα Παρθένιο Κουδουμιανό και τόσους άλλους.

Παράλληλα, μιλούσε με βαθύτατο θαυμασμό και ιερή συγκίνηση για τους Αγίους του νησιού που τον γέννησε, της Λέσβου. Διηγείτο με λεπτομέρεια τα θαυμαστά γεγονότα της ευρέσεως των ιερών λειψάνων των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης στη Θερμή και το ιστορικό της Ιεράς Μονής, αναφερόταν στον μεγάλο Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Μανταμάδο, τον Όσιο Ιγνάτιο Μηθύμνης, την Παναγία της Αγιάσου, καθώς και σε όλους τους Αγίους που αγίασαν το νησί του.

Ξεχωριστή θέση στις διηγήσεις του είχε επίσης ο βίος της μακαριστής Αργυρώς (Στεφανάκη), της «συνασκήτριας» του Οσίου Ευμενίου (Σαριδάκη). Ο Γέροντας Παλλάδιος γνώριζε προσωπικά την ευλογημένη εκείνη ψυχή και είχε την ιδιαίτερη ευλογία να παρευρεθεί στην εκταφή των λειψάνων της, βεβαιώνοντας την άρρητη, ουράνια ευωδία που πλημμύρισε όλο τον κοιμητηριακό χώρο. Μάλιστα, στο ιερό του κελί φυλούσε με βαθύτατη ευλάβεια τμήμα των λειψάνων της, εκ των οποίων μας δώρισε μέρος προς δόξαν Θεού και ευλογία.

​Η παροιμιώδης φιλοξενία του δεν ήταν απλώς ένα καθήκον, αλλά ένα ξέσπασμα της πηγαίας αγάπης του και θυσίας για τον σύγχρονο άνθρωπο. Στο κελί του ξεχώριζε η υποδειγματική καθαρότητα, η τάξη και τα εκλεκτά εδέσματα που ετοίμαζε με αγάπη για τους προσκυνητές, ενώ ο ίδιος ζούσε και έτρωγε άκρως λιτά. Έτσι, το κελάκι του μετατράπηκε σε μια ζεστή αγκαλιά που χώρεσε, παρηγόρησε και ανάπαυσε χιλιάδες ψυχές, προσφέροντάς τους βάλσαμο και ελπίδα. Ήταν μόνιμα γεμάτο από κόσμο, νέους και ηλικιωμένους, που ανέβαιναν τα μονοπάτια του Άθωνα αναζητώντας έναν λόγο παρηγοριάς!

Χαρακτηριστικές είναι η συγκινητικές μαρτυρίες, ενός προσκυνητή που αποτυπώνει ανάγλυφα το μυστήριο αυτής της αγάπης: «Όταν μας αποχαιρετούσε, η αγκαλιά που προσέφερε ως δείγμα της απλότητας, της αμεσότητας και της ταπεινότητάς του, δεν ήταν μια απλή αγκαλιά! Αισθανόσουν κάπως διαφορετικά... σαν να ήσουν ένα μικρό μωρό! Νομίζω πως ήταν η Αγάπη του Θεού -αυτή που λέμε οι Άγιοι Πατέρες- και που φανερωνόταν μέσα από την αγκαλιά του Γέροντα Παλλαδίου».

Και η δεύτερη μαρτυρία, ενός Γέροντα μοναστηριού που μας είχε αναφέρει κάποτε με θαυμασμό: «Στη Δευτέρα Παρουσία θα έχουμε απέναντί μας τον Γέροντα Παλλάδιο, διότι εκείνος, μοναχός αυτός, φιλοξενούνται στο κελί του τόσοι πολλοί προσκυνητές, ενώ εμείς στο μοναστήρι, αν και πολλοί μοναχοί, φιλοξενούμε λίγους». Η πόρτα και η αγκαλιά του ήταν πάντοτε ανοιχτές για όλους, χωρίς φόβο, χωρίς υπολογισμούς.

Ο Γέροντας, ​αξίως θα μνημονεύεται παντοτινά ως ο δεύτερος κτήτορας του κελιού. Ανακαίνισε τον Ναΐσκο της Θεοτόκου και ολόκληρο το Ιερό Κελί, ανοικοδόμησε εκ βάθρων νέους χώρους φιλοξενίας και ξενώνων, αξιώθηκε να ιδρύσει τον μοναδικό ναό στο Άγιον Όρος προς τιμήν του Οσίου Νικηφόρου του Λεπρού, εκδηλώνοντας την ιδιαίτερη ευλάβειά του προς τον νέο αυτό Θαυματουργό Άγιο. Στις διηγήσεις του τόνιζε συχνά πως ο Όσιος Νικηφόρος αναγνωρίστηκε επίσημα από την Ορθόδοξη Εκκλησία χάρη και στον αφοσιωμένο υποτακτικό του, τον π. Σίμωνα, ο οποίος ως «μαθητής» του Οσίου Ευμενίου του νέου, συνέγραψε τον βίο και τα θαύματα του Αγίου Νικηφόρου. Ο π. Σίμωνας έλαβε από τον Όσιο Ευμένιο και διαφύλαξε ως πολύτιμο θησαυρό την Τίμια Κάρα και τα ιερά λείψανα του Οσίου Νικηφόρου. Η αγάπη του Γέροντα Παλλαδίου για τον Άγιο Νικηφόρο ξεπέρασε τα όρια του Άθωνα, προσκομίζοντας ο ίδιος με την συνοδεία του, στις 27 Απριλίου 2018, για μόνιμη ευλογία, σε ασημένια λαμπρή λειψανοθήκη ικανό τμήμα του ιερού λειψάνου του, στην Σιβηρία της Ρωσίας, όπου οικοδομήθηκε στο Κεμέροβο, με την ευλογία του Μητροπολίτου Κεμέροβο και Προκοπιέφσκ Αριστάρχου, μεγαλοπρεπής ιερός ναός του Αγίου Νικηφόρου του λεπρού!

​Ο Γέροντας Παλλάδιος γνωρίζοντας το τέλος της επίγειας ζωής του, λόγω της επάρατης νόσου, δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να αφήσει το παραμικρό «ανεξόφλητο χρέος» πίσω του. Με βαθιά ταπείνωση θέλησε να τακτοποιήσει κάθε εκκρεμότητα, είτε επρόκειτο για ανθρώπινα λάθη στην πνευματική του πορεία λόγω του αυθόρμητου χαρακτήρα του, είτε για τις οικονομικές υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν από τις συνεχείς οικοδομικές εργασίες στο κελί. Δεν ήθελε να αφήσει κανένα απολύτως χρέος, ούτε υλικό ούτε πνευματικό. Έτσι, έκανε γενική εξομολόγηση σε Πνευματικό και ζήτησε συγχώρεση από όσους τυχόν πίκρανε -τόσο γενικά, όσο και απευθείας- προσωπικά στον καθένα.

Όπως μας πληροφόρησε κατά την δεξίωση της κηδείας του, στο Συνοδικό του Κυριακού της Σκήτεως Αγίου Παντελεήμονος, παρουσία του Αγίου Πρώτου, των Καθηγουμένων και λοιπών Πατέρων και προσκυνητών, ο προσωπικός του ιατρός και ιεραπόστολος π. Ευάγγελος Παπανικολάου, το τέλος της επίγειας ζωής του υπήρξε αληθινά οσιακό! Κατόπιν ευλογίας του Πρωτεπιστάτη Αγίου Όρους, Γέροντος Γεωργίου του Βατοπεδινού, έλαβε το Μεγάλο και Αγγελικό Σχήμα, από υπακοή και όχι από προσωπική του επιθυμία, αφού ο γέροντας από ταπείνωση έλεγε για τον εαυτό του ότι δεν είναι άξιος γι’ αυτήν την μεγάλη ευλογία, αφού ούτε τον κανόνα του μικρόσχημου μοναχού δεν μπορούσε να τελέσει! Και συνεχίζοντας ο π. Ευάγγελος αναφέρθηκε στις τελευταίες συγκινητικές στιγμές της ζωής του: μόλις-μόλις κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, οι Πατέρες αρχίσαμε να του ψάλλουμε τροπάρια της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές μας ενώθηκαν στο νικητήριο παιάνα «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ», ο Γέροντας Παλλάδιος παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Χριστού, Τον οποίο τόσο θερμά αγάπησε από τη νεότητά του.

Αμέσως, έγινε το πρώτο «τρισάγιο» και η ανάγνωση του «ψαλτηρίου» από τους πιστούς του διακονητές των 6 μηνών της δοκιμασίας, του Μοναχού Αιμιλιανού (Καψαλιώτη), του κ. Μιχαήλ του Κυπρίου, των ιατρών και όλων όσων συμπαραστάθηκαν στον «σταυρό» της υγείας του. ​Πριν την αναχώρηση της σορού του για το Περιβόλι της Παναγίας, στην Αθήνα, στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος Αιγάλεω, τελέστηκε η πρώτη εξόδιος ακολουθία, υπό των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών, Καμερούν κ. Γρηγορίου και Νοτίου Μαδαγασκάρης κ. Προδρόμου. Πλήθος πνευματικών του παιδιών και πιστών της Πρωτεύουσας συνέρρευσαν με δάκρυα στα μάτια για να του απευθύνουν το τελευταίο «αντίο».

Στη συνέχεια, η σορός του μεταφέρθηκε στο Άγιον Όρος την 1ην Οκτωβρίου. Το βράδυ, στο ταπεινό του κελί, τελέσθηκε κατανυκτική αγρυπνία, την οποία τέλεσε, με την παρουσία πολλών Πατέρων και προσκυνητών, ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Κουδουμά Κρήτης, Γέροντας Μακάριος, με τον υποτακτικό του π. Ιλαρίωνα. Το πρωί της επόμενης ημέρας, στο Κυριακό της Σκήτης, τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία ιερουργούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αριαζού κ. Βαρθολομαίου που αμέσως μετά και κατά την Αγιορείτικη τάξη προεξήρχε της εξοδίου ακολουθίας και της ταφής στο κοιμητήριο της Σκήτης. Ιδιαίτερα συγκινητική υπήρξε η αθρόα παρουσία Ηγουμένων, πολλών πατέρων, μοναχών, προσκυνητών και ιδιαιτέρως νέων ανθρώπων -τόσο εντός, όσο και εκτός- του Αγίου Όρους και της Ελλάδος, που έσπευσαν να προπέμψουν τον αγαπημένο τους Γέροντα στην αιώνια ζωή.

Όσοι ήμασταν παρόντες, αξιωθήκαμε να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια μια ολοζώντανη μαρτυρία της Χάριτος του Θεού: τη θαυμαστή «ζωντάνια» και την απόλυτη ευκαμψία του σκηνώματός του. Βλέποντάς τον, αισθανόμασταν ακράδαντα πως ο Γέροντας δεν είχε πεθάνει, αλλά πραγματικά κοιμόταν! Τέτοια πνευματική κατάσταση, ειρήνη και ουράνια γαλήνη ακτινοβολούσε η μορφή του προσώπου και το νεκρό του σώμα.

Μπορεί ο Γέροντας Παλλάδιος να μην αναπαύεται πια ανάμεσά μας και στο ταπεινό του κελί, αλλά αναπαύεται στην αγκαλιά του Θεού και της Παναγίας που τόσο αγαπούσε. Άφησε πίσω του μια γη ποτισμένη από τα δάκρυα και τους ιδρώτες της ασκήσεώς του, αλλά και αμέτρητες καρδιές σφραγισμένες από τη γλυκύτητα της αγάπης του. Το χαμόγελό του, η πατρική του φροντίδα, το Αγιορείτικο κέρασμα, το ευλογημένο θυμίαμα και κομποσκοίνι που χάριζε απλόχερα, δεν ήταν απλώς τρόπος μιας φιλόξενης δοχής, αλλά ψηφίδες μιας ζωντανής αγιότητας που βιωνόταν στην καθημερινότητα.

Τώρα, που σωματικά θα μας λείπει, τη διαδοχή και την παρακαταθήκη του Κελιού συνεχίζει ο π. Μαρτύριος, ο νέος Γέροντας της Καλύβης -ένας μοναχός ξεχωριστής αρετής, βαθιάς προσευχής και ανεξάντλητης υπομονής- μαζί με τον ακούραστο Δόκιμο Μοναχό Δημήτριο. Με το ίδιο αγιορείτικο φρόνημα και την ίδια ταπείνωση, διακρατούν αναμμένη τη φλόγα της προσευχής και της αγάπης που τους παρέδωσε ο μακαριστός Γέροντας.

Και τώρα, καθώς τα αγιορείτικα μονοπάτια σιωπούν στο πέρασμα της μνήμης του, ξέρουμε πως το καντήλι της προσευχής του δεν έσβησε. Άναψε ακόμα πιο λαμπρά στον ουρανό. Από εκεί ψηλά, μαζί με τους Αγίους που τόσο ευλαβείτο και διηγείτο, θα συνεχίσει να πρεσβεύει για όλους εμάς, τα πνευματικά του παιδιά, τους προσκυνητές, τους κουρασμένους της ζωής.

Γέροντα Παλλάδιε, σε ευχαριστούμε για όλα. Για την ανοιχτή πόρτα του κελιού και της καρδιά σου, για την ανεξάντλητη αγάπη και φιλοξενία σου.

Καλή Ανάσταση, αγαπημένε μας Γέροντα.

Αιωνία σου η μνήμη! Ας έχουμε την ευχή σου!

Γίνετε συμμέτοχοι στην προσπάθειά μας!

Αποστείλετε προτεινόμενο υλικό στο ptheoxaris@yahoo.gr προς ωφέλεια των ψυχών όλων μας!