μετάνοια
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διδακτική ιστορία: Αν θέλει ο άνθρωπος, μπορεί από το πρωί ως το βράδυ να φτάσει σε Θεία μέτρα - Η δύναμη της μετανοίας .


Κάποιας νέας, που λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οι γονείς και έμεινε ορφανή. Αυτή τότε μετέτρεψε το σπίτι της σε ξενώνα των πατέρων της Σκήτης και για πολύ καιρό τους δεχόταν και τους φιλοξενούσε. Όταν όμως ξόδεψε όσα είχε, άρχισε να στερείται. Την πλησίασαν τότε άνθρωποι διεστραμμένοι και την έβγαλαν από τον καλό δρόμο. Και ζούσε πλέον αμαρτωλά, έτσι που κατάντησε και στην πορνεία.
Όταν το έμαθαν οι πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολύ και κάλεσαν τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό και του είπαν: «Ακούσαμε για την τάδε αδελφή ότι ζει στην αμαρτία. Αυτή, όταν μπορούσε, είχε δείξει αγάπη σ' εμάς, ας τη βοηθήσουμε και εμείς τώρα, όπως μπορούμε. Κάνε λοιπόν τον κόπο να πας σε αυτήν και με σοφία που σου έδωσε ο Θεός, φρόντισε για τη διόρθωσή της».
Πήγε λοιπόν ο γέροντας σε αυτήν, και είπε στη γριά που φύλαγε στην πόρτα: «Πες στην κυρία σου ότι ήρθα».

Γιατί ο Θεός δημιούργησε αυτούς που γνώριζε ότι θα πέσουν σε μεγάλες αμαρτίες και θα παραμείνουν αμετανόητοι;‏ .


Ο Θεός από αγαθότητα δημιουργεί εκ του μηδενός τα δημιουργήματά Του και είναι προγνώστης αυτών που θα συμβούν.

Αν βέβαια δεν επρόκειτο να υπάρχουν, ούτε θα επρόκειτο να είναι κακοί και ούτε θα τους γνώριζε εκ των προτέρων. Διότι η γνώση αναφέρεται σ’ αυτά που υπάρχουν και η πρόγνωση αναφέρεται σ’ αυτά που οπωσδήποτε θα συμβούν, προηγείται δηλαδή η ύπαρξη και μετά ακολουθεί η καλή ή κακή ύπαρξη.

H Λειτουργία τῆς Μετανοίας .


Ἡ σωματική μετάνοια, τό σκύψιμο τῆς κεφαλῆς μέχρι τό ἔδαφος, εἶναι τό ὁρατό σημεῖο τῆς μετανοίας: μέ τό σκύψιμο ἐξομολογούμεθα τήν πτῶσι μας στήν ἁμαρτία, τήν κατάστασι τῆς παρακμῆς στήν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Μέ τό ἀνασήκωμα δείχνουμε τήν θέλησί μας νά ὑψωθοῦμε, νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν ἁμαρτία, νά ἀναγεννηθοῦμε ψυχικά. Ἀλλά ἡ λέξις μετάνοια (μετά-νοια) σημαίνει καί ἀναγέννησι τοῦ νοῦ, ἀλλαγή, πρᾶξις μετασχηματισμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου στόν νέον ἄνθρωπο, πνευματικοποίησις πού συντελεῖται μέ τήν μετάνοια.
Νά, συνεπῶς, τί θαυμαστό πρᾶγμα δείχνει αὐτή ἡ πρακτική τῆς προσευχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ συνοδευομένη ἀπό μετάνοιες: ὅ,τι λέγουμε μέ τό στόμα στήν προσευχή, τό κάνουμε ταυτόχρονα καί μέ τό σῶμα, μέ ὅλη μας τήν ὕπαρξι δηλαδή. Ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας καί πέφτουμε ταπεινά στό ἔδαφος, ἀλλά ἀνασηκωνόμαστε ἀμέσως, δείχνοντας τήν ἐπιθυμία μας γιά γρήγορη διόρθωσι.

Ξεχάσαμε την μετάνοια .



Του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

Μέσα στή φλυαρία τῶν λόγων, τίς ποικίλες ἐκδηλώσεις, τήν ὅλη ἐξωστρέφεια πού παρατηρεῖται, τό θέμα μετάνοια παρουσιάζεται ὡς ξένο στή βιοτή μας.

Ὡς νά μήν χρειάζεται, ὡς νἆναι μόνον ἀναγκαία στά τέλη τῆς ζωῆς μας. Ἄλλα θέματα κατακλύζουν τόν χῶρο τῆς ὕπαρξής μας καί ἡ λέξη «μετάνοια», ἠχεῖ σάν κάτι τό ἀπόκοσμο, τό ὀπισθοδρομικό, τό ἐνοχλητικό. Ἴσως, ξεχάσαμε τήν μετάνοια.

Ὡστόσο, ἡ πραγματικότητα δείχνει ὅτι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος βρίσκεται σέ μία ἀδιάκοπη προβληματική κατάσταση. Ἡ ἁμαρτία ἔχει εἰσβάλλει τά μέγιστα στή ζωή μας καί διακόπτει τήν ἐπικοινωνία μας μέ τόν Θεό.

Ἡ πίστη δείχνει τραυματισμένη καί ὁ ἄνθρωπος ἀλλοτριωμένος. Ἡ πνευματική κρίση τῆς ἐποχῆς μας ἐμφανίζεται μέ ὑποχωρήσεις συνεχεῖς σέ ἀκατάλυτες βασικές ἀρχές, μέ συμπλέγματα, μέ ἀνατροπή τῶν ἠθικῶν κριτηρίων.

Ἐν προκειμένῳ, ἀρκοῦν τρεῖς βασικές διαπιστώσεις:

α). Ἡ ὑλοφροσύνη. Εἶναι τό πρῶτο πού κυριαρχεῖ. Ὁ μετα-μοντέρνος, ὡς ἀποκαλεῖται, ἄνθρωπος ἔχει ἑλκυσθεῖ σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τό γήϊνο – ὑλιστικό φρόνημα. Σ' ὅλους τούς τομεῖς, ἡ ζωή διαμορφώνεται μέ χρηματοοικονομικούς ὅρους.

Ἄσβεστη τυγχάνει ἡ δίψα ἀπόκτησης ὑλικῶν καί μόνον ἀγαθῶν. Ἕνα πάθος πλεονεξίας, τό ὁποῖο δέν ἔχει τέλος. Ἰσχύει ἀπόλυτα ἡ εὐαγγελική ρήση: «Καθελῶ μέν τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω καί συνάξω ἐκεῖ πάντα τά γενήματά μου καί τά ἀγαθά μου καί ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου... ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. 12, 18-19).

Καμμία ὑποψία περί ψυχῆς. Ἀδιαφορία γιά τόν πλησίον. Ἄγνωστη χώρα ἡ πνευματική ζωή. Θόλωση τῆς πίστεως. Παραμερισμός τοῦ Θεοῦ. Σαφέστατα εἶναι σέ ἐφαρμογή τό βιβλικόν: «Ἔφαγε καί ἐνεπλήσθη καί ἀπελάκτισεν... ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη καί ἐγκατέλιπε Θεόν τόν ποιήσαντα αὐτόν» (Δευτερ. 32,15).

Ἀλλά ἡ ἀλήθεια, ὀφείλουμε νά ὑπογραμμίσουμε, ὅτι βρίσκεται στό: «Ὅταν ἔχεις τόν οὐρανό τἄχεις ὅλα». Αὐτό εἶναι τό «μεῖζον» καί ὄχι οἱ «μείζονες ἀποθῆκες» τῆς ματαιότητας τοῦ κόσμου τούτου.

β). Τά ψυχολογικά προβλήματα. Εἶναι ἀναμφίβολο τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῶν καιρῶν μας παρουσιάζεται νά ἔχει πολλά ψυχολογικά προβλήματα. Νοιώθει ἕνα κενό στήν ὕπαρξή του. Κενό ψυχῆς.

Καί τῷ ὄντι, διέρχεται βάσανο. Εἶναι ἀληθῶς βασανισμένος καί κουρασμένος ψυχικά ὁ σημερινός ἄνθρωπος καί ζεῖ σ' ἕνα ἀπαράκλητο κόσμο. Ἡ ὑποδούλωσή του στά πάθη, ἡ αἰχμαλωσία στό κακό δημιουργεῖ μία ζωή γεμάτη ἄγχος, κατάθλιψη, ἀπόγνωση, ἀπελπισία.

Φθάνει ἀκόμα καί στά ὅρια τῆς αὐτοχειρίας. Χάθηκαν οἱ στόχοι καί τά ὁράματα. Φυγαδεύτηκε τό νόημα τῆς ζωῆς. Καί ὑπάρχουν πολλοί συνάνθρωποί μας ἀπαρηγόρητοι. Καί ὁμολογοῦν: «Ἐν τῇ κακίᾳ ἡμῶν κατεδαπανήθημεν».

«Ἀρετῆς σημεῖον οὐδέν ἔσχομεν δεῖξαι» (Σοφ. Σολ. 5, 6-13). Τί φοβερό, νά λέγει κάποιος ὅτι ἡ ζωή ὑπῆρξε μηδέν. Καί ἡ πραγματικότητα αὐτή εἶναι ἀμείλικτη.

Γι' αὐτό καί προβάλλει ἡ ἀδήριτη ἀνάγκη ὁ ἄνθρωπος πού ταράσσεται νά ὑπερβεῖ τόν ἀνθρώπινο λόγο γιά νά βρεῖ τόν θεϊκό λόγο, ν' ἀνακαλύψει τήν ἄλλη λογική, ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελίου.

γ). Ἡ διάσταση ἀπό τήν Ἐκκλησία. Τρίτη διαπίστωση εἶναι ἡ διάσταση ἀπό τήν Ἐκκλησία. Παρατηρεῖται πράγματι μία ἄμβλυνση τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ ἤθους καί φρονήματος τῶν ἀνθρώπων.

Χαλάρωση τοῦ συνδέσμου τῶν ἀνθρώπων μέ τήν Ἐκκλησία καί τά ἱερά της Μυστήρια. Καταγράφεται αὔξηση τῶν πολιτικῶν γάμων, ἀποχή ἀπό τόν συνειδητό ἐκκλησιασμό, ἐπιφανειακή θρησκευτικότητα, θεώρηση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων ὡς κοινωνικές ἐκδηλώσεις.

Αὐτά τά φαινόμενα εἶναι πνευματικῶς ὀλέθρια καί ἡ στάση αὐτή δέν διασφαλίζει τήν πνευματική ὑγεία τῆς κατά Χριστόν πολιτείας. Ἄλλωστε, ὁ καθένας μόνος του δέν μπορεῖ νἆναι Ἐκκλησία, οὔτε νοεῖται Χριστός χωρίς Ἐκκλησία κατά τήν λανθασμένη ἀντίληψη ὅτι: «Ἐγώ διαμορφώνω τό πιστεύω μου» καί «ἐγώ δέχομαι τό Χριστό, ἀλλ' ὄχι τήν Ἐκκλησία».

Συνάμα μέ τίς παραπάνω διαπιστώσεις παρουσιάζονται ποικίλες προτάσεις ἐπανασύνθεσης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας στά πρότυπα μιᾶς ἄκριτης παγκοσμιοποίησης δίχα τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας.

Καί βέβαια ὁ νεο-διαφωτισμός ἔρχεται πάντοτε στό προσκήνιο θεωρούμενος ὡς πανάκεια γιά τήν ἐπίλυση ζωτικῶν θεμάτων τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου.

Ὅμως ἡ φοβερότερη τραγωδία γιά τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου γεννᾶται ἐκεῖ ὅπου ἐκδιώκεται ὁ Θεός, πού τίθεται στό περιθώριο, ἐκτός τοῦ δημόσιου βίου, ἐκεῖ τελικά ὅπου νεκρώνεται ἡ πίστη, λείπει ὁ ναός καί ἀπουσιάζει τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου καί παύει τό «κατά Θεόν πολιτεύεσθαι».

Όταν δε διατυμπανίζεται ὅτι ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀναχρονιστικός, συντηρητικός, μεσαιωνικός, αὐτή ἡ άποψη εἶναι καθαρά προχειρολογία καί κενοφωνία, ἀποτέλεσμα ἀμάθειας καί ἡμιμάθειας.

Τοῦτο, γιατί ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι καιρικός ἀλλ’ αἰώνιος, δέν εἶναι ρητορική μίσους ἀλλ’ λόγος ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, τόν κάθε ἄνθρωπο, λόγος ἀλήθειας καί ὄχι ψεύδους.

Καί τό σπουδαιότερο τῆς Ἐκκλησίας, πού διακονεῖ καί λειτουργεῖ ὡς «ἰατρεῖον ψυχῶν», εἶναι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ μετάδοση τελικά τῆς ἀθανασίας. Αὐτό κάνει ἡ Ἐκκλησία. Καί μόνον μ’ αὐτό, καταξιώνεται.

Ἡ ἀπομάκρυνση, λοιπόν, αὐτή ἀπό τό Θεό εἶναι ἀνάγκη νά τελειώνει. Φθάνει πιά νά στεκόμεθα μακρυά. Νά ξαναγυρίσουμε στό «σπίτι τοῦ Πατέρα».

Καί χρειάζεται ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος νά προσέξει τήν πνευματική διάσταση τῆς ὀντολογίας τῶν θεμάτων. Νά σκεφθεῖ βαθύτατα. Ὅ,τι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν... ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. 4,12).

Ἡ λύτρωση ἀπό τό κακό καί τήν ἁμαρτία βρίσκεται κάπου ἀλλοῦ. Εἶναι στήν ἐπιστροφή καί στήν ἐπανασύνδεση. Στή γλῶσσα τῆς θεολογίας ὀνομάζεται «καταλλαγή» (Ρωμ. 5,11), δηλαδή συμφιλίωση μέ τόν Θεό – Πατέρα.

Αὐτό εἶναι ἡ οὐσία τῆς μετάνοιας. Ἔτσι γιά τήν ὑλοφροσύνη, ἡ μετάνοια λειτουργεῖ ὡς σκέψη αὐτογνωσίας. Γιά τήν ψυχική ἀκαταστασία, ὡς θυγατέρα ἐλπίδας καί γιά τήν διάσταση ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὡς βάση μιᾶς αὐθεντικῆς ἐκκλησιαστικῆς βιοτῆς.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς... Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11, 28-29).

Ἀλήθεια, πρόκειται γιά μία λυτρωτική πρόσκληση. Τό ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὅλοι μας εἴμαστε κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι ποικιλοτρόπως. Μήν τρέφουμε αὐταπάτες.

Ἐξακολουθεῖ νά ἰσχύει τό: «Ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν». Ἔτσι, ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος.

Τελειώνει μόνον ὅταν κλείσουμε τά μάτια μας. Καί τό «μετανοεῖτε» τοῦ Κυρίου δέν εἶναι σέ χρόνο παρακείμενο. Εἶναι σέ ἐνεστῶτα διαρκείας χρόνο.

Δύο περιστατικά ἀπό τό Γεροντικό εἶναι πολύ χαρακτηριστικά γιά τό ὅλο θέμα, ἄξια πολλῆς προσοχῆς.

Τό πρῶτον:

«Ἔλεγαν γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι, ὅταν ἔμελλε νά τελευτήση καί κάθονταν οἱ πατέρες γύρω του, ἔλαμψε τό πρόσωπό του σάν τόν ἥλιο. Καί τούς λέγει: «Νά, ὁ Ἀββᾶς Ἀντώνιος ἦλθε».

Καί μετά ἀπό λίγο λέγει: «Νά, ἡ χορεία τῶν προφητῶν ἦλθε». Καί πάλι τό πρόσωπό του περίσσια ἔλαμψε καί εἶπε: «Νά, ἡ χορεία τῶν ἀποστόλων ἦλθε».

Καί ἔλαμψε πάλι τό πρόσωπό του πιό πολύ. Καί ἰδού, ἦταν σάν νά μιλοῦσε μέ κάποιους. Καί τόν ρώτησαν οἱ γέροντες λέγοντας: «Μέ ποιόν μιλᾶς, πάτερ;».

Καί ἐκεῖνος εἶπε: «Νά, οἱ Ἄγγελοι ἦλθαν νά μέ πάρουν καί παρακαλῶ νά μέ ἀφήσουν γιά νά μετανοήσω λίγο ἀκόμη». Καί τοῦ λέγουν οἱ γέροντες: «Δέν ἔχεις ἀνάγκη νά μετανοήσης, πάτερ».

Καί τούς εἶπε ὁ γέρων: «Σᾶς βεβαιώνω ὅτι δέν βλέπω νά ἔχω κάμει ἀρχή». Καί πληροφορήθηκαν ὅλοι ὅτι εἶναι τέλειος».

Τό δεύτερον:

«Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, ὅταν εὕρισκε σέ μαύρη ἀπελπισία τόν ἀδελφό Δοσίθεο πού τοῦ εἶχαν ἐμπιστευθεῖ, μετά ἀπό τίς κατάλληλες νουθεσίες, συνήθιζε νά τοῦ λέγει: «Ὁ Θεός συγχωρήσῃ σοι. Ἔγειρε, ἀπό τοῦ νῦν, βάλωμεν ἀρχήν. Σπουδάσωμεν τοῦ λοιποῦ καί ὁ Θεός βοηθεῖ. Βάλωμεν ἀρχήν. Εὐθέως δέ ὡς ἤκουεν (ὁ Δοσίθεος), ἠγείρετο τρέχων μετά χαρᾶς εἰς τήν ὑπηρεσίαν».

Συνελόντ' εἰπεῖν, ἄν κάτι χρειαζόμεθα στούς σημερινούς δύσκολους καιρούς μας, αὐτό εἶναι ἡ μετάνοια. Τό «βάπτισμα τῶν δακρύων».

Τήν μετάνοια, πού περιφρονοῦμε καί γιά τήν ὁποία δέν μιλοῦμε καί δυστυχῶς τήν ξεχάσαμε.

Πηγή: romfea.gr

Μα ο Θεός δεν θέλει το κεράκι σου, ΕΣΕΝΑ θέλει ευλογημένε! .


-Να,.. μπορεί να μην πηγαίνω στην εκκλησία συχνά αλλά από όπου περάσω ανάβω το κεράκι μου ,κάνω τον Σταυρό μου και προσπαθώ να κάνω καλές πράξεις ,τι άλλο να κάνω ;;;
-Μα ο Θεός δεν θέλει το κεράκι σου ΕΣΕΝΑ θέλει ευλογημένε

Κάποτε είχε πάει ένας στον Χριστό και του λέει :
"Χριστέ μου θέλεις να σου φέρω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι μου ;"
Και απαντάει ο Χριστός :
" Και τα μελίσσια που γίνονται οι λαμπάδες δικά μου είναι "..
"Ε τότε να σου φέρω μια λειτουργιά στην εκκλησία".
"και τα σιτάρια που γίνονται οι λειτουργές και τα ψωμιά και αυτά δικά μου είναι ! "
" Τότε να σου φέρω ένα δεκαχίλιαρο στο φιλόπτωχο ταμείο".
" Όλα αυτά που έχεις δικά μου είναι..

Περί Μετανοίας .


Ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή του, αφού μας διαβεβαιώσει πως ο,τι μας λέει δεν είναι κάτι δικό του, αλλά όσα άκουσε, είδε και ψηλάφησε με τα χέρια του, τον Χριστό, και μάλιστα στο σώμα του, στην ανθρώπινη φύση, συνεχίζει να διαβεβαιώνει πως ο μόνος που ζει μέσα στο φως της παρουσίας Του είναι αυτός που έχει πλήρη μετοχή και κοινωνία μετά Αυτού και δεν ζει στο σκοτάδι της απουσίας. Ειδάλλως είναι ένας ψεύτης και δεν βρίσκεται στην αλήθεια, που είναι ο Χριστός, η μόνη αλήθεια και επομένως αυτός θα τον καθαρίσει από κάθε αμαρτία διά της κοινωνίας του με το Άγιο Αίμα του, που έχυσε για μας και το οποίο κοινωνώντας μαζί Του, τον προσλαμβάνουμε και αγιαζόμενοι, γενόμαστε κοινωνίας θείας ζωής.

Εν συνεχεία προβαίνει σε μία άλλη διατύπωση, που εδώ θα μας ενδιέφερε περισσότερο. Κάθε άνθρωπος τελεί και ζει εν τη αμαρτία πλήρως και το σπουδαιότερο: Όποιος δηλώνει ότι δεν έχει αμαρτία είναι ένας αληθινός ψεύτης και τίποτε περισσότερο και ένας πλάνος και δεν έχει καμία κοινωνία με την αλήθεια που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Άλλωστε αυτή είναι η αίρεση δηλαδή η διακοπή από το σώμα της εκκλησίας.


Επομένως που βρίσκεται η σωτηρία μας; Στο να ομολογήσουμε την αμαρτία και μόνο, όμως με απόλυτο τρόπο. Ο Γέροντας Αιμιλιανός τονίζει, ότι το μόνο που είναι ο άνθρωπος, πεπτωκώς ων, είναι αμαρτία.

Διαβάζοντας τούτο το αγιοπνευματικό κείμενο του ισαγγέλου ευαγγελιστού, του βλέποντος, του ακούοντος και του ψηλαφέντος και επιπεσούντος επί τω στήθει του Ιησού, με τους υπαρξιακούς όρους του κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντος ανθρώπου, κατανοούμε τα εξής:

1. Εξορίζουμε απ’ αρχής κάθε έννοια ηθικής, κοινωνικής και φιλοσοφικής αντίληψης των πραγμάτων.

2. Κατανοούμε ότι η αμαρτία είναι κατάσταση που εκ της πτώσεως μας καθιστά μακράν της κοινωνίας του Θεού.

3. Η αμαρτία ως διακοπή κοινωνίας και απουσίας του Θεού μας οδηγεί στο μηδέν, όχι στην ανυπαρξία και στο κενό, διότι δημιουργηθέντες μεν κτιστοί, είμαστε όμως αιώνιοι. Άρα στην αιώνια βασανιστική φυγή προς την εκμηδενιστική κατάσταση της υπάρξεώς μας.

4. Έτσι οδηγούμαστε στο σκότος που είναι η αμεθεξία Θεού, τουτέστι στη κόλαση, όπου και εκεί ο Χριστός, αλλά ακοινώνητος για τους απορρίπτοντας και αρνουμένους Αυτόν.

5. Η αποδοχή όμως της αμαρτίας μας καθορίζει και τα στάδια της επιστροφής μας προς αυτόν που σταθμίζει τους βαθμούς της μετανοίας μας.

6. Ποια είναι τα στάδια της μετανοίας, δηλαδή της επιστροφής μας και κοινωνίας και μεθέξεως από αυτή την ζωή μετά Θεού?

7. Η μετάνοια είναι κατάσταση που αρχίζει από την επίγεια ζωή προκειμένου και το σώμα μας και η ψυχή να γίνουν κοινωνοί θείας φύσεως.

8. Η αποδοχή πλήρως της αμαρτίας, ως έλλειψης της κοινωνίας με τον Θεό μετά την πτώση, είναι η κατάσταση που όλοι οι Άγιοι εβίωναν.


9. Το εμπειρικό αυτό βίωμα οδηγεί τον άνθρωπο σε μία υπαρξιακή ταπείνωση που εκφράζεται μέσα από την αποδοχή του «απαρνησάσθω εαυτόν» κατά τον λόγον του Κυρίου, που συνίσταται στην αντίληψη της αμαρτίας ως κατάσταση απουσίας κοινωνίας του Θεού. Εκεί ακριβώς εκφράζοντας την κατ’ εικόνα θεότητά του, είναι δυνατόν να βρεθεί στη ανταγωνιστική στάση της ισοθεΐας και αντιθεΐας πιστεύοντας ότι λατρεύει θεόν, ενώ στην πραγματικότητα θεοποιεί το εαυτόν του.

10. Αποδεχόμενος το σκότος της απουσίας του Θεού κραυγάζει καθημερινώς ελθέ Κύριε σε περιμένω. Ακριβώς σε αυτό συνίσταται η άσκηση, ως στάση αναμονής και προσδοκίας της ελεύσεως του ερχομένου και μηδέποτε αργοπορημένου Κυρίου στους αληθινούς αναζητούντες αυτόν, και όχι τον εαυτόν τους. Έστω και αν ο άνθρωπος βιώνει καθυστερούντα και μη απαντώντα τον Κύριο στο να εφαρμοσθεί το προσωπικό μας αίτημα και όχι το θέλημά του. Τον σον θέλημα γενέσθω Κύριε και όχι το δικό μου, η κραυγή του πάνω στο σταυρόν.

11. Στο σκότος αυτό της κλεισμένης καρδίας, στα φτωχά όρια της εγωκεντρικότητος, ακολουθώντας την μέθοδο της νήψεως και αναμένοντας ταπεινά στο σκάμμα της ασκήσεως αφουγκράζεται ίσως για πρώτη φορά τα βήματα του ερχομένου Χριστού που απαλά έρχονται, ως μικρός κόκκος σινάπεως και εισέρχονται στο σκοτάδι της υπάρξεως, που είναι βυθισμένη σε πολλά στρώματα της αβύσσου του σκοταδισμού. Έτσι αρχίζει να φωτίζει το φως Του και να βιώνει ότι ο Κύριος είναι κάπου εγγύς μεν, μακράν όμως της κοινωνίας Του μαζί του.

12. Όταν αυτό το φως σπάει τα κλειδιά της κολάσεως, ανοίγει η καρδιά του και από κλειστή γίνεται ανοικτή και αρχίζει να βλέπει μακριά και γύρω. Για πρώτη φορά κατανοεί ότι δεν έχει καμιά σχέση με το Θεόν, απλώς έλεγε ότι είναι και του Θεού.


13. Και τότε τρομάζει βλέποντας την ασχήμια της υπάρξεώς του και το απέραντο σκοταδισμό του.

14. Σε αυτή την κατάσταση ξαναδοκιμάζεται η ελευθερία του γιατί πρέπει τώρα ουσιαστικά να πεθάνει και μπορεί ο Θεός του να του φανεί σκληρός και αδυσώπητος.

15. Αν απαντήσει: «ναί, σε περιμένω ελθέ! Για Σένα κάθομαι ταπεινά άπραγα και ατελέσφορα!», τότε εισέρχεται το φως στην καρδιά του που είναι ο ίδιος Χριστός με τρόπο που να μπορεί να το δεχθεί και να μη τρομάζει και φοβηθεί, λέγοντας ότι όντως είναι φοβερός ο Κύριος.

16. Σε αυτή την κατάσταση κατανοεί το εαυτόν ως το ελεεινότερο πάντων των ανθρώπων, ακόμα και της αλόγου φύσεως που δεν αμάρτησε. Και ανακαλύπτει και τον πλησίον ως τον αδελφό του και όχι μόνο αδελφό του, αλλά μέλος Χριστού, του σώματος του Χριστού, ως ο ίδιος ο Χριστός. Και ταυτίζει τον έτερο με τον Χριστό λατρεύοντάς τον και αγιάζοντάς τον μη κρίνοντάς τον και όλα τα συνακόλουθά της κρίσεως και της κατακρίσεως του άλλου, που τόσο επέμενε ο Κύριος στο λόγον Του.

17. Η γνησιότητα της μετανοίας είναι η κατάσταση της χαράς και του μετανοούντος, αλλά και του σώματος της Εκκλησίας, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου πνεύματος και απάσης της εκκλησίας των αγίων, συν πάσι τοις αγίοις, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, γίνεται η σωτηρία μας.


18. Η δικαιοσύνη, πειρασμός κάθε δικαίου στο σκάμμα της ασκήσεώς του, είναι η κατάσταση που οδηγεί τον δικαιούντα εαυτόν στην απέναντι όχθη με αποτέλεσμα και την οργή του, αλλά και την αμεθεξία στην χαρά της μετανοίας, που δεν είναι τίποτε άλλο από την ήδη από εδώ φανέρωση της βασιλείας του Θεού. Μετανοείτε, κραυγάζει ο Πρόδρομος ήγγικε η βασιλεία του Θεού! Που;! Στην καρδιά μας και στην Εκκλησία, στο Σώμα του Χριστού.

19. Κάθε μετάνοια είναι πλήρως μια απόλυτη κατάργηση του έργου του διαβόλου, που είναι απ’ αρχής ένας ψεύτης και συκοφάντης και διαστρεβλωτής της αλήθειας, για αυτό και η χαρά είναι μεγάλη εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι.

20. Η αποδοχή της αμαρτίας μας είναι προσωπικός και πολλές φορές οδυνηρός δρόμος και περνάει από πόνο, άσκηση, οδύνη, αρρώστια, διωγμό, ατίμωση, απαξίωση. Άκόμα και ο πόνος για την αμαρτία είναι μεγάλος, μέχρι που η φιλανθρωπία του θεού τρυπήσει τον μέταλλο το σκληρό της καρδιάς μας. Γι’ αυτό τα οδυνηρά γίνονται ευεργεσίες για εκείνους, που όντως επιθυμούν ερωτικώς τον Κύριο και όχι τον εαυτό τους και της επιβίωσης της ψυχής τους κατά το λόγο του Κυρίου. Ο απολέσας την ψυχή του ευρίσκει αυτήν.

21. Μόνο η κατάσταση της μετανοίας και της εξ αυτής προερχομένης χαράς αποκαθιστά κατά τρόπο ομαλό και φυσικό την σχέση με την άλογη φύση. Ανακαλύπτει έτσι ο άνθρωπος τους λόγους δημιουργίας των όντων, εξορίζοντας έτσι την συνωδύνη τη για την διασάλευση αυτής της αενάου δημιουργίας που ο άνθρωπος προκάλεσε, καταργώντας κάθε λατρεία φυσιολατρίας, ζωοφιλίας και ειδωλολατρίας.

Συμπέρασμα
Αμαρτία ίσον διακοπή κοινωνίας Θεού, αποδοχή και κατανόηση, αρχή επιστροφής και αληθινής μετανοίας. Μετάνοια ίσον βασιλεία Θεού, κοινωνία Θεού στην καρδιά μας. Ενότητα καρδιάς, εκκλησίας, σώματος Χριστού. Αιωνιότητα ατέλεστος στην απεραντοσύνη της φιλανθρωπίας του Θεού.

Ιερομόναχος Σεραπίων Σιμωνοπετρίτης

Πηγή: pemptousia.gr

Η Μετάνοια του Αγ. Εφραίμ του Σύρου .


Ἄς μήν κυριευόμαστε λοιπόν ἀπό ἐκεῖνο τό φόβο πού ἔχει σχέση μέ τά πράγματα καί τίς καταστάσεις τοῦ μάταιου αὐτοῦ κόσμου. Νά μήν φοβόμαστε δηλαδή ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει φόβος (Α’Ιωάν. 4, 18). Γιατί ποιός ἀνθρώπινος φόβος μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τό θεῖο φόβο; Καί ποιά φθαρτή ἀνθρώπινη δόξα μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τήν μεγαλωσύνη, τήν ἀνέκφραστη δύναμη καί τήν ἄφθαρτη δόξα τοῦ Θεοῦ;

Ἐπειδή ὅμως μᾶς παρασύρουν τά γήινα πράγματα, δέν μποροῦμε, μέ τή δύναμη τῆς πίστης καί τό φωτισμό τῆς γνώσης, νά προσηλώσουμε τό νοῦ μας στά ἀόρατα.

Ἄν λοιπόν, ἔστω καί μόνο ἀπό τή θέα τῶν ὁρατῶν πραγμάτων ὁδηγούμαστε στήν κατανόηση τῆς ἀνέκφραστης δύναμης τοῦ ἄφθαρτου Θεοῦ, ἄς σταθοῦμε ἐνώπιόν Του μέ δέος καί ἄπειρο σεβασμό.

Διδακτική ιστορία: Ο ιερέας, οι μασκαράδες και η μετάνοια .


«Πώς αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; Πώς με μιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές καί στίς τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης;

Πώς κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη; Θαρρείς καί δέν τήν κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα πού άλλος μέ κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν νά προλάβουν νά γλεντήσουν, νά μεθύσουν, νά άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο.

π. Γερβάσιος Ραπτόπουλος: Στην φυλακή έβλεπα άντρες που έκαναν εγκλήματα, μεγάλα αδικήματα, να κλαίνε… .


Το θέμα το δικό μου είναι απέραντο. Πρόκειται για μια διακονία σαράντα χρόνων. Και μάλιστα σε μια μικρή κοινωνία της πατρίδος μας και των άλλων χωρών του κόσμου. Μια απαξιωμένη κοινωνία που είναι η κοινωνία των κρατουμένων, ή όπως αλλιώς συνηθίσαμε να τους λέμε «φυλακισμένων».

γ. Μωυσής ο Αγιορείτης: Οι πέντε τρόποι για να έλθει η μετάνοια .


Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πρακτικά μας δείχνει πέντε δρόμους της μετανοίας. Μας λέγει: 
Πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ν’ αυτοκαταδικάζεσαι για τις αμαρτίες σου. Ο Κύριος εκτιμά ιδιαίτερα αυτή σου την πράξη. Αυτός που μόνος του καταδίκασε τ’ αμαρτήματά του πολύ δύσκολα θα τα επαναλάβει. Η έγκαιρη εξέγερση της συνειδήσεως σου διά της αυτοκατηγορίας δεν θα έχει κατήγορο στο ουράνιο κριτήριο.

Όταν είμαστε έτοιμοι για το μεγάλο βήμα... .


«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου»


Όταν είμαστε έτοιμοι για το μεγάλο βήμα, ας προστρέξουμε στον πνευματικό, που θα τον νιώθουμε σαν πατέρα, και ας του ανοίξουμε την καρδιά μας. Για να ‘ναι ευπρόσδεκτη από τον Θεό η εξομολόγησή μας, πρέπει να γίνει με ταπείνωση, με φόβο Θεού, με ειλικρίνεια, με ακρίβεια, χωρίς υπερβολές.

Όταν αμαρτάνεις πιό είναι το πρώτο μέρος που σκέπτεσαι να πας; .


Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της Εκκλησίας; Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. … Γι' αυτό δεν θα 'ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα- η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ' αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι- μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι- μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο- μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί΄ όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία.

γ. Εφραίμ Αριζονίτης: Η μετάνοιά μας, η χαρά των Αγγέλων! .


Την αγάπη του Θεού ν’ αναπολούμε συνέχεια, να τη ζούμε την αγάπη του Θεού, και αυτή η αγάπη του Θεού θα μας δώσει κουράγιο στη ζωή, να την αντιμετωπίζουμε με ευκολία. Όταν νοιώθει ένας άνθρωπος ότι ένας μεγάλος άρχοντας τον αγαπά, όταν νοιώθει ότι τον προστατεύει, ότι τον βοηθά, ότι έχει ανά πάσα στιγμή την υποστήριξή του, περπατά στο δρόμο με άνεση και ασφάλεια. Και καλλωπίζεται και ομορφαίνει, ότι ο άρχοντας είναι δικός του. Εάν έτσι σκέφτεται ένας άνθρωπος για έναν άνθρωπο μεγάλο, πόσο πρέπει εμείς οι Χριστιανοί, όταν πιστεύουμε απόλυτα, ακράδαντα και αμετάκλητα, ότι ο Χριστός μας είναι ο Θεός μας, είναι Αυτός που σταυρώθηκε, αυτός που είναι ο Μεσίτης μεταξύ του Θεού και ανθρώπων. Να δώσουμε εξ ολοκλήρου στον Χριστό μας την καρδιά μας. Είναι ο Θεάνθρωπος. Αυτός που μας αγάπησε με τέλεια αγάπη. Κανένας δεν μας αγαπά όπως ο Χριστός.