συναξάρι
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναξάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αγ. Ευμένιος Σαριδάκης (23 Μαΐου): Ο άνθρωπος που πειράχτηκε από τον δαίμονα αλλά τελικά έγινε Άγιος! .


Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε γιά τόν Γέροντα Εὐμένιο: 
«Νά πηγαίνετε νά παίρνετε τήν εὐχή τοῦ Γέροντα Εὐμένιου, γιατί εἶναι ὁ κρυμμένος Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας. Σάν τόν Γέροντα Εὐμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».

Άγιος Παύλος ο Θηβαίος (15 Ιανουαρίου) .


Ούτος ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου και Ουαλλεριανού των βασιλέων εν έτει σνε’ [255], καταγόμενος από την εν Αιγύπτω πόλιν της Θηβαΐδος. Επειδή δε εγνώρισεν, ότι ο της αδελφής του άνδρας, έμελλε να προδώση αυτόν εις τους τυράννους ως Χριστιανόν, με σκοπόν δια να κληρονομήση εκείνος το μερίδιον της γονικής κληρονομίας του Αγίου: τούτου χάριν εμάκρυνε φυγαδεύων κατά τον Δαβίδ εις την έρημον και εις τα βουνά, φοβούμενος τα βάσανα, οπού οι τύραννοι εποίουν εις τους Χριστιανούς. Περνώντος δε του καιρού, ωλιγόστευσεν ο των βασάνων φόβος, και έγινε μάλλον εις την καρδίαν του Οσίου φόβος Θεού, και επιθυμία του να αρέση εις τον Θεόν.

Η ιστορία του άρραφου Χιτώνα του Χριστού κατά την Ορθόδοξη παράδοση (Τιμάται 10 Ιουλίου) .


Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, ο άρραφος Χιτώνας του Χριστού διασώθηκε από έναν Γεωργιανό Εβραίο Ραβίνο ονόματι Ελιόζ ο οποίος ήταν παρών στην σταύρωση. Ο Ελιόζ αγόρασε τον Χιτώνα από τον Ρωμαίο στρατιώτη, στον οποίο έπεσε ο κλήρος και τον έφερε στην πόλη Μτσχέτα της Γεωργίας. Η ιστορία είναι καταγεγραμμένη με λεπτομέρεια στο συναξάρι της Αγίας Ισαποστόλου Νίνας, της φωτίστριας της Γεωργίας.

Η Αγία Νίνα, η οποία μεγάλωσε στα Ιεροσόλυμα με μια ευσεβή γερόντισσα, την Νιαφόρα, μελετώντας το Ευαγγέλιο και συγκεκριμένα την διήγηση περί της Σταυρώσεως του Σωτήρος του Χριστού, της γεννήθηκε η απορία να μάθει τί απέγινε ο Χιτώνας του Κυρίου. Αναρωτήθηκε πού μπορεί να βρίσκεται το ιερό ιμάτιο το οποίο έπλεξε με τα χέρια της η ίδια η Θεοτόκος για τον Υιό της. Ρωτούσε επίμονα λοιπόν την Νιαφόρα για να μάθει, μονολογώντας: «αδύνατον να χάθηκε στην γη αυτό το αγιασμένο κειμήλιο».

Όσα γνώριζε η Νιαφόρα, τα διηγήθηκε στην νεαρή Νίνα. Τέτοιος ήταν ο πόθος της Νίνας που μέρα - νύχτα ανέπεμπε θερμές προσευχές στην Υπεραγία Θεοτόκο, να την αξιώσει να πάει στη Γεωργία να βρει και να προσκυνήσει τον Χιτώνα του Υιού της. Η Θεοτόκος εισάκουσε τις προσευχές της και εμφανίστηκε σε ενύπνιο όραμα λέγοντάς της: «Πήγαινε στην γη της Γεωργίας, κήρυξε εκεί το Ευαγγέλιο του Χριστού, και θα εύρεις το έλεος Του και εγώ θα είμαι προστάτης σου». «Αλλά πως μπορώ εγώ», ρώτησε ταπεινά η Νίνα, «να γίνω όργανο μιας τέτοιας μεγάλης διακονίας, αφού είμαι αδύναμη γυναίκα;» Η Παναγία, αφού της έδωσε έναν Σταυρό φτιαγμένο από κληματαριά, της είπε: «Λάβε αυτόν τον Σταυρό, αυτός θα σου είναι προστάτης και φύλακας εναντίον όλων των ορατών και αοράτων εχθρών· με την δύναμή του θα στήσεις εκεί την σωτήριο σημαία της πίστεως του αγαπητού μου Υιού και Θεού, ο οποίος· θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι, και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Το ενύπνιο όραμα της Αγ. Νίνας

Όταν ξύπνησε η Αγ. Νίνα, και είδε στα χέρια της τον θαυμάσιο Σταυρό, με δάκρυα στα μάτια τον ασπάστηκε και αφού έκοψε λίγα από τα μαλλιά της, τα έπλεξε πάνω στον Σταυρό ως ένδειξη ευλάβειας και ανάληψης του σταυρού που της ανατέθηκε ίσως. Εν συνεχεία μετέβη στον τότε πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιουβενάλιο, ο οποίος ήταν και κατά σάρκα θείος της. Του διηγήθηκε την εμφάνιση της Θεοτόκου αλλά και την εντολή της να μεταβεί στην Γεωργία για να κηρύξει το Ευαγγέλιο της αιωνίου σωτηρίας. Ο μακάριος Πατριάρχης διέκρινε στο όραμα το θέλημα του Θεού, και έδωσε την ευλογία του.
Ο Σταυρός της Αγ. Νίνας

Μετά από πολλές ταλαιπωρίες και κινδύνους η Αγία Νίνα έφτασε και κήρυξε στον Γεωργιανό λαό, που ζούσε στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας. Τέτοιο ήταν το χάρισμα της Αγίας που κατάφερε να εκχριστιανίσει ολόκληρη την χώρα, να βαφτίσει ακόμη και τον τότε Βασιλιά Μιρίαν και την βασίλισσα Νάνα οι οποίοι αγίασαν. Εκεί λοιπόν, πλήθος γυναικών, ιδιαιτέρως Εβραίες, έφθαναν για να ακούσουν από το μελίρρυτο στόμα της την διδασκαλία για την βασιλεία του Θεού. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η Σιδωνία, συγγενής του Εβραίου αρχιερέα  Αβιάθαρ. Σε λίγο καιρό, πίστεψε και ο ίδιος ο Αβιάθαρ, ειδικά όταν άκουσε από το στόμα της Αγίας Νίνας πώς στο πρόσωπο του Χριστού εκπληρώθηκαν όλες οι προφητείες περί του Μεσσία. Συνομιλώντας με τον Αβιάθαρ λοιπόν πληροφορήθηκε η Αγία σχετικά με τον Χιτώνα του Χριστού. 
Το πηγάδι όπου βαπτίστηκαν οι βασιλείς Άγιοι Μιριάν και Νάνα

Ο Αβιάθαρ είπε στην Αγία Νίνα ότι έμαθε από τους γονείς του, και αυτοί από τους δικούς τους γονείς και προπάτορες, ότι «κατά την βασιλεία του Ηρώδη στην Ιερουσαλήμ, έφθασε είδηση στους Εβραίους της Μτσχέτα, ότι στην Ιερουσαλήμ πήγαν οι βασιλείς της Περσίας, και αναζητούσαν ένα νεογέννητο αγόρι από την φυλή του Δαβίδ, γεννημένο εκ γυναικός μόνο, δίχως πατέρα, και το ονόμαζαν ο Βασιλεύς των Ιουδαίων. Το βρήκαν στην Βηθλεέμ, στην πόλη του Δαβίδ, σε πτωχική οικία, και του πρόσφεραν δώρα, βασιλικό χρυσό, σμύρνα, και ευωδιαστό λιβάνι. Αφού Τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Τριάντα χρόνια μετά από αυτό, ο προπάππος μου Ελιόζ, έλαβε από τον αρχιερέα Άννα από την Ιερουσαλήμ αυτό το γράμμα· Εκείνος Τον οποίον οι βασιλείς της Περσίας επισκέφθηκαν με δώρα και προσκύνησαν, έφθασε σε ώριμη ηλικία, και άρχισε να εμφανίζεται ωσάν να είναι ο Χριστός, ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού. Ελάτε λοιπόν στην Ιερουσαλήμ για να δείτε τον θάνατό Του, τον οποίο θα γευθεί κατά τον νόμο του Μωϋσέως. Όταν ο Ελιόζ με πολλούς άλλους ετοιμάστηκε να πάει στα Ιεροσόλυμα, τότε η μητέρα του, ευλογημένη γερόντισσα από το γένος του αρχιερέως Ηλία, είπε· πήγαινε παιδί μου στην βασιλική πρόσκληση, αλλά σε ικετεύω να μην συμμετάσχεις στην καταδίκη εκείνων των αδίκων κατά Εκείνου τον οποίον ετοιμάζονται να θανατώσουν, γιατί Αυτός είναι ο λόγος των Προφητών, η διδασκαλία των σοφών, το μυστήριο το κεκρυμμένο απ' αρχής των αιώνων, το φως των εθνών και η ζωή η αιώνιος».

Έτσι ανεχώρησε ο Ελιόζ για τα Ιεροσόλυμα όπου και έγινε αυτόπτης μάρτυρας της Σταύρωσης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Ελιόζ αγόρασε τον Χιτώνα από τον Ρωμαίο στρατιώτη, στον οποίο έπεσε ο κλήρος και τον έφερε στην Μτσχέτα της Γεωργίας. Η μητέρα του Ελιόζ, η οποία βρισκόταν στη Μτσχέτα, παραμονές του Πάσχα, ξαφνικά ένιωσε στην καρδιά της κάτι σαν κτύπημα τσεκουριού και εν συνεχεία έπεσε κάτω λέγοντας: «τώρα έπεσε η βασιλεία του Ισραήλ, γιατί παρέδωσαν στο θάνατο τον Σωτήρα και Λυτρωτή του λαού του, ο οποίος από τώρα θα είναι ένοχος για το Αίμα του του Δημιουργού και Κυρίου του. Οδυνηρό για μένα που δεν πέθανα πριν από αυτό! Δεν θα άκουγα αυτόν τον φοβερό κτύπο! Ω, δεν θα δω στην γη την δόξα του Ισραήλ». Με αυτά τα λόγια, ξεψύχησε.

Όταν ο Ελιόζ γύρισε και συνάντησε στη Μτσχέτα την αδελφή του Σιδωνία, εκείνη του διηγήθηκε τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας τους και ζήτησε τον Χιτώνα για να τον προσκυνήσει. Αφού τον ασπάστηκε με δάκρυα και τον έσφιξε στο στήθος της, αμέσως έπεσε νεκρή. Το συναξάρι τις Αγ. Νίνας αναφέρει ότι: «Καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπόρεσε να πάρει από τα χέρια της νεκρής αυτό το ιερό ένδυμα». Έτσι, μετά από αρκετές μέρες ο Ελιόζ έθαψε μυστικά την αδελφή του και μαζί με αυτήν και τον Χιτώνα, εκτός από κάποια τεμάχια που απέσπασε. 
Ο Ιερός Ναός Σβετιτσχοβέλι

Η παράδοση αναφέρει ότι στο σημείο όπου ετάφη η Σιδωνία χτίστηκε ο μεγαλοπρεπής ναός Σβετιτσχοβέλι, κάτι που επιβεβαιώνει και ο Άγιος Γαβριήλ ο Γεωργιανός, ο δια Χριστόν Σαλός και Ομολογητής, οποίος έλεγε χαρακτηριστικά ότι πουθενά πάνω στη γη δεν υπάρχει περισσότερη Χάρη από το Σβετιτσχοβέλι. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Γεωργίας τιμά τον Χιτώνα του Κυρίου την 1η Οκτωβρίου εκάστου έτους.
Τεμάχια του ιερού ιματίου βρίσκονται στην Αγία Πετρούπολη στον καθεδρικό ναό του Χειμερινού Παλατιού και στον καθεδρικό ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου. Απότμημα το Χιτώνα θησαυρίζεται στον καθεδρικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μόσχα καθώς και σε ναούς στο Κίεβο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας τιμά την Μετακομιδή του Χιτώνα του Κυρίου στη Μόσχα στις 10 Ιουλίου. Την ίδια ημέρα τιμάται για δεύτερη φορά (εκτός τις 24 Ιανουαρίου) και η Αγία Νίνα. Στην Ελλάδα, τεμάχιο του Χιτώνα κατέχει η Ιερά Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους.

Η οπτασία που είδε ο πατέρας του Προφήτη Ηλία .


Ο Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης μέσα απο τη γλυκιά γραφίδα του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Tω αυτώ μηνί K΄, η ως εις Oυρανόν πυρφόρος ανάβασις του Aγίου ενδόξου Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου1.

Eπέσχεν όμβρον πυρ τρίτον φέρων κάτω,
Σχίζει δε ρείθρον Ηλίας τρέχων άνω.
Δίφρω ανηρπάγης περί εικάδα Ηλία ιππεύ.

Παπα-Νικόλας Πλανάς: Ο Άγιος των Αθηνών! .


Κορυφαία έκφραση της αληθινής κατά Χριστόν ζωής τού κάθε συνειδητού πιστού και πιο πολύ τού πραγματικού και τελείου ιερέως, αποτελεί η ζωή και το έργο τού αγίου ιερέως Νικολάου τού Πλανά, αγίου των ημερών μας.

Η εύανδρος και αγιοτόκος Νάξος είχε την θεία εύνοια και ευλογία να είναι η γενέτειρά του. Γεννήθηκε το έτος 1851.

Οι γονείς του, καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα, ήταν άνθρωποι εύποροι, ευσεβείς και καλοκάγαθοι, όπως όλοι οι νησιώτες.

Είχαν και ένα εμπορικό καΐκι πού πήγαινε από τη Νάξο στη Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Η όλη του ζωή, από τα παιδικά του χρόνια ακόμα, προέλεγε τη μέλλουσα ζωή και πολιτεία του. Τις θείες θαυματουργικές δυνάμεις έλαβε με την χάρη τού Θεού από τα παιδικά του χρόνια.

Έτσι, γνώριζε τον καταποντισμό τού καϊκιού τους έξω από την Πόλη και το είπε στους γονείς του.

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Σεραφεὶμ ἐπίσκοπος Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου .


Άγιος Σεραφείμ ο ιερομάρτυς, επίσκοπος Φαναρίου, αγωνιστής του Χριστού και πατριώτης υπέρμαχος της ελευθερίας των υπόδουλων Ελλήνων. Γεννήθηκε κατά τον 16ο αιώνα, δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία, εις το χωριό Μπεζούλα του ν. Καρδίτσης. Γεννήθηκε σε οικογένεια θεοσεβή και διαπαιδαγωγήθηκε « εν νουθεσία Κυρίου». Διδάχθηκε από τους γονείς του Σωφρόνιο και Μαρία να αγαπά τα πνευματικά και τον Θεό και να απεχθάνεται τις δόξες, τις τιμές και τις αμαρτωλές απολαύσεις. Το βαπτιστικό του όνομα ήτο Σωτήριος. Έτρεφε μεγάλη ευλάβεια στους ιερείς και ήτο υπάκουος στους γονείς του και στους συγχωριανούς του. Οι γονείς του τον έστειλαν και έμαθε τα θεία γράμματα στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος πλησίον του χωρίου του. Διακρίθηκε στην σχολική ζωή όντας ευφυής και επιμελής.

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης) .


Ο άγιος Γεώργιος είναι ένας κατ’ εξοχήν αναστημένος άνθρωπος του Θεού και θυσιάζει όλη του την ζωή την καλομαθημένη. Και το μαρτύριό του ήταν μία φανέρωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, όπως άλλωστε και όλη του η ζωή ήταν και αυτή μία φανέρωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Κυρίου. Γι’ αυτό και η Εκκλησία καθιέρωσε, και όταν ακόμα η μνήμη του συμπίπτει με την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, να μετατίθεται και να εορτάζεται πάντοτε στην Πασχάλια περίοδο. Συνέδραμε με την Ανάσταση του Κυρίου, λέγουν κάποιοι ύμνοι, και η μνήμη του Μεγαλομάρτυρος. Και μαζί με το έαρ το υλικό, την άνοιξη της φύσεως, ήρθε και το έαρ το πνευματικό, της Αναστάσεως του Χριστού και της μνήμης του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου αγίου Γεωργίου.

Κάθε ένας Άγιος –και ο άγιος Γεώργιος– είναι μία απόδειξη του Αναστάντος Χριστού. Διότι, εάν ο Χριστός δεν ανίστατο εκ των νεκρών, οι άγιοι Μάρτυρες δεν θα καταφρονούσαν τον θάνατο. Με την δύναμη του Αναστάντος Κυρίου καταφρόνησαν όχι μόνο τον θάνατο αλλά και τα ανείπωτα κολαστήρια, τα βασανιστήρια εκείνα τα φρικτά, τα οποία εμείς ασθενούμε και μόνο που τα διαβάζουμε ή τα ακούμε. Αλλά εκείνοι τα υπέμειναν καρτερικότατα.

Γι’ αυτό ο άγιος Γεώργιος, που κατ’ εξοχήν άσκησε την καρτερία, την υπομονή στα βασανιστήρια για την αγάπη του Χριστού, για τον θείο έρωτα ο οποίος έκαιγε στην καρδιά του, χαρακτηρίζεται από τους ύμνους της Εκκλησίας μας ως «νοερός αδάμας της καρτερίας» και ως γενναιότατος «αθλητής» και «στρατιώτης» του Χριστού μας. Γι’ αυτό σήμερα εορτάζουμε τον άγιο Γεώργιο, τον Αναστάσιμο άγιο Γεώργιο, μέσα στην Αναστάσιμη χαρά της μεγάλης αυτής και λαμπρής ημέρας, της Πανηγύρεως των Πανηγύρεων και της Βασιλίδος των Εορτών, του Αγίου Πάσχα της Πίστεώς μας. Και έχουμε προεξάρχοντα τον άγιο Γεώργιο στην πανήγυρή μας και στην χαρά μας.

Τον ευχαριστούμε, διότι με την αγάπη του προς τον Χριστό, με τον πόθο του προς τον Χριστό, με την αφοσίωση του στον Χριστό, με τον θείο έρωτά του προς τον Χριστό, έγινε ο οδηγός μας προς την αγάπη του Χριστού μας.

Νομίζω, πατέρες και αδελφοί Χριστιανοί, ότι κάθε φορά που εορτάζουμε τους Μάρτυρες, και σήμερα τον άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, και μία ευχαριστία βαθιά πρέπει να κατέχει την ψυχή μας γι’ αυτό που οι μάρτυρες προσφέρουν σε εμάς. Αλλά και μία ικεσία προς τον Χριστό με την πρεσβεία των Αγίων: “Κύριε, δώσε μας την Χάρη σου, δια πρεσβειών του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, να σε αγαπήσουμε και εμείς όπως ο άγιος Γεώργιος σε αγάπησε, όπως οι Άγιοί σου σε αγάπησαν”.

Γιατί πράγματι, νομίζω, ότι αν εξετάσουμε όλη την ζωή μας, θα δούμε ότι, πέρα από τις μικρές ή μεγάλες αμαρτίες μας, εκείνο που περισσότερο από όλα μας λείπει είναι μία ζωντανή αγάπη προς τον Χριστό μας, ένας έρως προς τον Χριστό μας· αυτό που χαρακτηρίζει όλους τους Αγίους. Γιατί το κοινό χαρακτηριστικό όλων των Αγίων είναι αυτός ο θείος έρως. Αυτός ο θείος πόθος, ο οποίος κατέφλεγε τα στήθη τους και δεν τους άφηνε να ησυχάσουν, έως ότου προσφέρονταν ως θυσία, ως ολοκαυτώματα ιερά προς τον αγαπώμενο Κύριο.

Και γι’ αυτό, το μαρτύριο και τα βασανιστήρια και τα κολαστήρια και τους μύριους και φρικτούς θανάτους όχι μόνο δεν τα φοβούνταν αλλά και τα επιζητούσαν, για να εκπληρώσουν και να εκφράσουν με αυτά την αγάπη τους προς τον Σωτήρα Χριστό, τον έρωτά τους προς τον Νυμφίο της ψυχής των. Και όταν δεν ερχόταν το μαρτύριο, στεναχωρούνταν, διότι δεν μπορούσαν να εκφράσουν με τόση τελειότητα, με όση το μαρτύριο δίνει την ευκαιρία, την αγάπη τους προς τον Χριστό.

Τι να πούμε εμείς, που τόσο πολύ απέχουμε από το να αγαπούμε τον Χριστό, όπως τον αγαπούσαν οι άγιοι Μάρτυρες και ο άγιος Γεώργιος; Γι’ αυτό, ας ευχηθούμε όλοι, η πρεσβεία του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου προς τον Κύριο αυτή να είναι: Να δώσει και σε μας πόθο Χριστού, αγάπη Χριστού, έρωτα Χριστού.

Θυμάστε εκεί που λέγει στο μαρτύριό του, ότι, όταν μεταξύ των άλλων βασανιστηρίων τού φόρεσαν τα πυρακτωμένα σιδηρά υποδήματα, τα οποία από μέσα είχαν και καρφιά, και τον διέταξαν να τρέχει, ο άγιος Γεώργιος περιχαρής έτρεχε και έλεγε: «Τρέχε, Γεώργιε, να φθάσεις τον ποθούμενο Κύριο».

Ας το κάνουμε ο καθένας για τον εαυτό του. “Τρέχε, Νικόλαε, Βασίλειε, Δημήτριε –ο καθένας ό,τι όνομα έχει– να φθάσεις τον ποθούμενο Κύριο”. Τι ωραίο πράγμα όλη μας η ζωή να γίνει ένα τρέξιμο, ένας πόθος, μία ανάβαση προς τον ποθούμενο Κύριο!

Ο Κύριος να είναι όντως ποθούμενος για μας. Και όλη μας η ζωή να είναι όχι απλώς μία πορεία προς τον Κύριο, αλλά ένα τρέξιμο, μία ζωντανή νοσταλγία και μία ανύψωσή μας με πολύ πόθο προς τον Χριστό.

Πηγή: Από το βιβλίο: † Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Ομιλίες σε Εορτές Αγίων (των ετών 1981-1991) Β’. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2016, σελ. 180. koinoniaorthodoxias.org

Ο Άγιος Γεώργιος εξ Ιωαννίνων .


Του Πρωτ. Θεοχάρη Καλπάκογλου

Μέσα στο τεράστιο σύννεφο των Νεομαρτύρων της Εκκλησίας μας, δηλαδή των Αγίων εκείνων που μαρτύρησαν κατά την διάρκεια της Τούρκικης Σκλαβιάς «για του Χριστού τη Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την ελευθερία», εξέχουσα θέση κατέχει ο Άγιος Γεώργιος ο Ιωαννίνων.

Η καταγωγή του Αγίου.

Ο Αγ. Αντώνιος, πολιούχος Βεροίας .


Ο όσιος Αντώνιος καταγόταν από ευσεβείς και πλούσιους γονείς και έζησε πιθανόν στο τέλος του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα. Νέος ακόμη έγινε μοναχός στη Σκήτη της Βεροίας, στην κοιλάδα του ποταμού Αλιάκμονα. Σύμφωνα με το εγκώμιο του Κωμανίτζη αρχικά έζησε επί είκοσι χρόνια σε μια οργανωμένη μοναστική αδελφότητα, και στη συνέχεια, με την ευχή του προεστώτος, αποσύρθηκε σε ένα σπήλαιο, όπου έζησε ακόμα πενήντα τέσσερα χρόνια μέχρι την κοίμησή του.

Εκεί, μακριά από την παρουσία των ανθρώπων, υπέμεινε ο όσιος το κρύο και τον καύσωνα, ασκώντας τον εαυτό του στην απόλυτη νηστεία και την προσευχή. Έτρωγε μόνο μία φορά την εβδομάδα τα λίγα χόρτα που φύτρωναν γύρω από το σπήλαιό του και αγωνιζόταν να αποκρούσει τις προσβολές του διαβόλου που προσπαθούσε να τον παρασύρει στην πτώση.

Ο πονηρός συχνά εμφανιζόταν στον όσιο, άλλοτε για να τον τρομάξει και να τον κάνει να εγκαταλείψει τους πνευματικούς του αγώνες, και άλλοτε καλοπιάνοντάς τον και επαινώντας τονγια να τον ρίξει στην υπερηφάνεια. Έχοντας πείρα ο όσιος από τις πονηρίες του διαβόλου τον απέκρουσε συνεχώς, ακόμη και όταν εμφανίσθηκε ενώπιόν του ως άγγελος φωτός. Τότε ο όσιος του είπε ότι δεν είναι άξιος να δεχθεί την επίσκεψη αγγέλου και έτσι απαλλάχθηκε από την παρουσία του, ενώ θείο φώς πλημμύρισε το σπήλαιό του. Η χάρη του Θεού σκέπασε από τότε τον εκλεκτό δούλο του και η φήμη του οσίου διαδόθηκε σε όλη την περιοχή, ώστε πλήθη λαού προσέτρεχαν προς αυτόν για να απολαύσουν την ευλογία του.

Ο όσιος όμως επιθυμούσε και επεδίωκε να απολαύσει την απόλυτη ησυχία, αυτή που ανυψώνει τον άνθρωπο στον Θεό. Θέλοντας, λοιπόν, να αποφύγει τους πολλούς επισκέπτες, που του στερούσαν τη γλυκύτητα της ησυχίας και της απρόσκοπτης αφοσιώσεως στον Θεό, εγκατέλειψε το σπήλαιό του και αποσύρθηκε σε έναν ερημικό τόπο κοντά στο ποτάμι. Η ταλαιπωρία της μακροχρόνιας και αυστηρής ασκήσεως τον καταπόνησαν τόσο, ώστε αναγκάσθηκε να επιστρέψει και πάλι στο σπήλαιο, στο οποίο είχε ζήσει τα πρώτα χρόνια, και εκεί δεχόταν μέχρι τα βαθειά του γηρατειά τις επισκέψεις των πιστών.

Όταν κατάλαβε ότι εγγίζει το τέλος του, λίγο πριν από την εορτή των Χριστουγέννων, παρακάλεσε τους ευσεβείς χριστιανούς που τον επισκεπτόταν να τον αφήσουν μόνο του και ειδοποίησε έναν ιερέα για να τουμεταδώσει τα άχραντα μυστήρια για τελευταία φορά ως εφόδιο ζωής αιωνίου.

Την πρώτη Ιανουαρίου ξάπλωσε στο έδαφος και, αφού έψαλε επίκαιρους ύμνους, σταύρωσε τα χέρια του και παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού.

Δεκαέξι ημέρες παρέμεινε ο όσιος νεκρός μέσα στο σπήλαιο και μία υπερφυσική λυχνία έκαιε επάνω από το λείψανό του, μέχρις ότου ένας πλούσιος Βεροιεύς ανέβηκε με μεγάλη συνοδεία στο βουνό, όπου ήταν το σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, για να κυνηγήσει. Οδηγούμενοι οι κυνηγοί από τα γαυγίσματα των σκύλων και από ένα χέρι που φαινόταν επάνω από το σπήλαιο και τους καλούσε προς το μέρος του, ανακάλυψαν τον όσιο πλημμυρισμένο από το θείο φως και το λείψανό του αλώβητο και ευωδιάζον.

Κάποιοι από τους κυνηγούς ειδοποίησαν τότε τον επίσκοπο της πόλεως, ο οποίος συγκέντρωσε κλήρο και λαό και με λαμπάδες και μύρα έφθασαν στο σπήλαιο. Επειδή υπήρχε διαφωνία για το πού θα έπρεπε να ενταφιασθεί το τίμιο λείψανό του, το τοποθέτησαν επάνω σε μία άμαξα, την οποία έσερναν βόδια και τα άφησαν ελεύθερα, ώστε ο άγιος να αποφασίσει που θέλει να ενταφιασθεί.

Η άμαξα σταμάτησε τελικά κοντά στον ναό της Παναγίας Καμαριωτίσσης στη Βέροια, δηλώνοντας τη βούληση του οσίου. Έτσι ο όσιος ετάφη αρχικά εκεί, και η λάρνακά του αποδείχθηκε με τη χάρη του Θεού ιατρείο και θεραπευτήριο κάθε σωματικής και ψυχικής ασθενείας.

Το ιερό λείψανό του θησαυρίζεται σήμερα στον περικαλλή ναό τον οποίο ανήγειρε η ευσέβεια των Βεροιέων για τον πολιούχο τους, και η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου, ενώ πανηγυρίζεται στον ιερό ναό του και την 1η Αυγούστου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Μέγα καύχημα, καὶ πολιοῦχον, σὲ πλουτίσασα πόλις Βεροίας, θεοφόρε παμμάκαρ Ἀντώνιε, τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχει ἑκάστοτε, προσπτυσσομένη τὴν πάντιμον κάραν σου. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Η Λάρνακα με το Ιερό Λείψανο του Οσίου Αντωνίου.

Πηγή: imverias.gr

Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης: Ο πνευματικός φίλος του Αγίου Νεκταρίου (7 Σεπτεμβρίου) .


Χριστόν, Ὅν ὕμνησας ἐν Ἄθῳ ἀσκήσει
χείλεσι νῦν ὑμνεῖς, Δανιήλ, ἐν πόλῳ.

Ο Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1844 μ.Χ., μεγάλωσε σε πολύτεκνη οικογένεια ευλαβών γονέων και ήτο ο μικρότερος υιός φέρων το όνομα Δημήτριος. Ήταν αριστούχος απόφοιτος της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης. Από τα 19 του έτη είχε τον ευλαβή πόθο να αφιερωθεί στον μοναχισμό. Στην αρχή μετά από τη συμβουλή του αγιοταφίτου πνευματικού του επεσκέφθη διάφορα μοναστήρια στην Πελοπόννησο και στα νησιά, όπως την Ύδρα, την Τήνο την Πάρο και την Ικαρία, όπου και γνώρισε φημισμένους αγίους γέροντες.

Στην Πάρο γνώρισε και συνδέθηκε πνευματικά με τον όσιο Αρσένιο της Πάρου, ο οποίος του συνέστησε να μεταβεί στο Περιβόλι της Παναγίας και συγκεκριμένα στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος, όπου εκείνη την εποχή ήκμαζε ως κοινόβιο. Ο γέρων Δανιήλ υπακούοντας στον όσιο Αρσένιο κατευθύνθηκε προς την εν λόγω Ιερά Μονή και εκάρη μοναχός το 1866 μ.Χ. με το όνομα Δανιήλ, όπου και ανέλαβε τη διακονία του γραμματέως της Μονής. Την περίοδο που εγκαταβιούσε στην Ιερά Μονή άρχισαν οι διενέξεις των Ρώσων μοναχών, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν μειοψηφία έχοντας σκοπό να εφαρμόσουν τα ρωσικά σχέδια του πανσλαβισμού και την επέκταση των Ρώσων στο Άγιον Όρος αλλά και να αναλάβουν τη διοίκηση της Ιεράς Μονής. Μετά από φιλονικίες αναγκάστηκαν οι Έλληνες μοναχοί να εγκαταλείψουν το μοναστήρι ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο μοναχός Δανιήλ. Κατά την αναχώρησή του εκλήθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο λόγω κάποιων συκοφαντιών, όπου και τιμωρήθηκε αδίκως με οριστική απομάκρυνση από την Ιερά Μονή.

Άγιος Κοσμάς ο ερημίτης (2 Σεπτεμβρίου) .


Στην Κρήτη, έζησε κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ., μία μεγάλη ασκητική μορφή, ὁ Όσιος Κοσμάς ο Ερημίτης και Ομολογητής ο οποίος ιδιαίτερα τιμάται στην Ι. Μονή Κουδουμά σέ σπηλαιώδη Ναό (Αββακόσπηλιο) στις 2 Σεπτεμβρίου.

Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε, κατά το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ. στην Κρήτη, άγνωστο σε ποια περιοχή. Στα νεανικά του χρόνια έλαβε μία ικανοποιητική παιδεία ώστε να μπορέσει να ασχοληθεί, και να αντιταχθεί στην αίρεση των μονοθελητών.

Στην αρχή πρέπει να μόνασε σέ κάποιο κοινόβιο. Η αντίδρασή του στον μονοθελητισμό έλαβε χώρα πιθανόν κατά την περίοδο αυτή, και οι πιέσεις των μονοθελητών επισκόπων και οι αντιδράσεις τους τον οδήγησαν στο σημείο να εγκαταλείψει την Μονή του και να καταφύγει στην έρημο.

Τα σπήλαια της νοτίου Κρήτης για τον Άγιο Κοσμά αναδείχθηκαν σέ στίβο μεγάλων ασκητικών παλαισμάτων. Εκεί «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», αρχίζει μία πνευματική ανάβαση, κόντρα στις δαιμονικές δυνάμεις. Με υπεράνθρωπη νηστεία και άσκηση κατάφερε να διαφύγει τις παγίδες του πονηρού και να στολιστεί με αρετές. Ο Όσιος Κοσμάς έζησε αθόρυβα, όχι γιατί δεν έπραξε κάτι αξιομνημόνευτο, αλλά γιατί η ζωή των Αγίων είναι εσωτερική, είναι μία καθημερινή προσωπική και άγνωστη σε όλους συνομιλία με τον ίδιο τον Θεό.

Οι μάχες του στην έρημο με τα στοιχεία της φύσης, τον εαυτό του και τους δαίμονες τον κατέστησαν πραγματικά άσαρκο. Ανυπόδητος και γυμνός, καλυμμένος με τις τρίχες του σώματός του, σαν δέντρο φορτωμένο με καρπούς, έπεσε και εκοιμήθη στις 9 Σεπτεμβρίου του 658 μ.Χ. Το σώμα του παρέμεινε μέσα στο σπήλαιό του για ένα χρονικό διάστημα, ώσπου έγινε αντιληπτό από πιστούς οι οποίοι άρχισαν να το τιμούν. Οι άνθρωποι όμως δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν την απομονωμένη αυτή περιοχή και έτσι μετέφεραν το σκήνωμα από το σπήλαιο και το τοποθέτησαν σε έναν μεγάλο ναό, πιθανόν στην Γόρτυνα. Όμως μία μεγάλη ανομβρία έπληξε τότε την περιοχή. Για αρκετό καιρό δεν έβρεξε και όλα τα καρποφόρα δέντρα και τα σιτηρά καταστράφηκαν από τον δυνατό ήλιο.

Οι άνθρωποι σαστισμένοι κατέφυγαν στον Θεό και παρακαλούσαν για βροχή. Τότε ο Άγιος εμφανίστηκε σε κάποιον και ζήτησε πολύ αυστηρά να βγάλουν από το σκήνωμα του όλα τα πολύτιμα κοσμήματα, και να το επιστρέψουν στο σπήλαιό του. Οι άνθρωποι φοβισμένοι παρέλαβαν το λείψανο του Αγίου και το επέστρεψαν στο σπήλαιό του. Χώρισαν ένα μικρό κομμάτι στο βάθος του σπηλαίου και αφού το τοποθέτησαν εκεί το έκτισαν εξωτερικά. Από εκείνη την στιγμή άνοιξε ο ουρανός. Τόσο πολύ έβρεξε που το νερό έμεινε για μέρες λιμνασμένο πάνω στην καμένη γη.

Πέρασαν τετρακόσια χρόνια και οι περισσότεροι τον ξέχασαν, μοναχά οι ασκητές της περιοχής πήγαιναν στο σπήλαιό του για να προσκυνήσουν, ώσπου το έτος 1058 μ.Χ. βενετοί έμποροι παραβίασαν την κρύπτη του Αγίου και έκλεψαν το λείψανο, που παρέμενε όπως την ημέρα που ο Άγιος είχε κοιμηθεί, άφθαρτο και ευωδιάζον. Το μετέφεραν στην Βενετία και το κατέθεσαν στην Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου του Μείζονος. Εκεί παραμένει ακόμα και σήμερα, τοποθετημένο στο παρεκκλήσι του Αγίου Βενεδίκτου, περιμένοντας ήσυχα την επιστροφή του. Είθε ο Θεός να ευδοκήσει να επιστρέψει σύντομα στον τόπο που ανήκει. Γένοιτο.
 
[Αξίζει να σημειωθεί πως το σκήνωμα του Αγίου Κοσμά επέστρεψε στην πατρίδα του, την Κρήτη, και στην Ι.Μ. Κουδουμά μετά από 960 χρόνια «εξορίας», αφού είχε κλαπεί το 1058 από Ενετούς εμπόρους οι οποίοι το μετέφεραν στην Βενετία και το κατέθεσαν στην Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου του Μείζονος.]
Περισσότερα για τον βίο του και την επανακομιδή του Ιερού Λειψάνου του: ΕΔΩ

Ασματική Ακολουθία: ΕΔΩ

Παρακλητικός Κανόνας: ΕΔΩ

Πηγή: saint.gr

Ο Όσιος Ευμένιος Σαριδάκης (1931 – 1999) .


Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου

Τὸν μακαριστὸ ἅγιο Γέροντα Εὐμένιο, ὅπως καὶ πολλοὺς ἄλλους συγχρόνους ἁγίους Γέροντες καὶ Γερόντισσες, τὸν γνώρισα στὰ φοιτητικά μου χρόνια ἀπὸ τὸν ἀδελφικό μου φίλο, μακαριστὸ πλέον καὶ οὐρανοπολίτη σήμερα, κυρὸ Γεράσιμο Φωκᾶ, Μητροπολίτη Κεφαλληνίας, ποὺ ἔζησε τὴν ἀρχιερωσύνη μόνο γιὰ 22 ἡμέρες. Μάλιστα, θυμᾶμαι τὸν Γεράσιμο ποὺ ἔλεγε ὅτι ἡ Ἀθήνα ἔχει τὸ δικό της Ἅγιοv Ὄρος, καὶ παραξενευόμουν καὶ ἔλεγα· «Μὰ ὑπάρχει τέτοιος τόπος μέσα στὴν Ἀθήνα, ποὺ εἶναι Ἅγιον Ὄρος; Τί λέει τώρα αὐτὸς ὁ Κεφαλλονίτης»; Κι ὄντως, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ εἶδα τὸν Γέροντα Εὐμένιο, αἰσθάνθηκα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔλεγε ὁ μακαριστὸς Γεράσιμος, καθότι αὐτὸς ὁ ἱερέας δὲν ἦταν ἕνας συνηθισμένος παπᾶς, ἀλλὰ ἕνας ἄνθρωπος γεμᾶτος Θεία Χάρη!

Ἐπιπλέον, μοῦ θύμισε τὴν πατρίδα μου, γιατὶ ἔμοιαζε μὲ πρωτινοὺς παλαιοὺς Κυπρίους παπᾶδες, γι’ αὐτὸ καὶ ἤθελα νὰ μείνω κοντά του. Γιὰ ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια εἶχα τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία, ὡς φοιτητής, νὰ ζήσω τὴ δική του «κρητικὴ» καλογερικὴ ἐλευθερία καὶ ἱερωσύνη, ποὺ ἦταν μιὰ συνεχὴς ἱκεσία, εὐχαριστία καὶ δοξολογία πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ θυσία πρὸς τὸν ἀδελφό μας χωρὶς δεύτερη σκέψη. Κοντὰ στὸν Γέροντα εἶχα τὴν εὐλογία νὰ μαθητεύσω στὴν καθημερινότητα ἑνὸς ἁγίου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀφιέρωσε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴ διακονία τῶν λεπρῶν, τῶν πλέον ἀπομονωμένων καὶ ξεχασμένων ἀπὸ τὴν κοινωνία ἀδελφῶν μας. Μὲ ἄλλες λέξεις, ἔζησα τὴ ζωὴ ἑνὸς δεύτερου ἁγίου Νικολάου Πλανᾶ, ἔστω κι ἂν ὁ ἴδιος, ὅταν τοῦ τὸ ἔλεγαν, αὐτὸς ἀντέλεγε· «Ὄχι, αὐτὸς εἶναι ἅγιος. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἅγιος»! Ἀλλ’ ὅμως, ζώντας κοντά του βίωσα τὸν «κρυφὸ ἅγιο τῶν Ἀθηνῶν», ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ κάποτε γι᾽ αὐτὸν ὁ ὅσιος Πορφύριος.

Σύντομη βιογραφία τοῦ Γέροντος Εὐμενίου

Ὁ Γέροντας Εὐμένιος, ἦταν παιδὶ πολυμελοῦς καὶ φτωχῆς οἰκογένειας. Γεννήθηκε τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 1930 στὸ ὀρεινὸ χωριὸ Ἐθιὰ τῆς Κρήτης. Οἱ εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετοι γονεῖς του, Γεώργιος καὶ Σοφία Σαριδάκη, στὸ ἅγιο Βάπτισμα τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Κωσταντῖνος. Ὁ Κωνσταντῖνος, ποὺ ὀρφάνεψε ἀπὸ πατέρα σὲ ἡλικία μόλις δύο ἐτῶν, ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ μικρὸς νὰ γίνει μοναχός, ἀφοῦ δὲν ἦταν ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα παιδιὰ τῆς ἡλικίας του, ἀλλὰ εἶχε τὴ συνήθεια νὰ περνᾶ πολλὲς ὧρες στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του καὶ στὰ γύρω ἐξωκκλήσια, προσευχόμενος καὶ κάνοντας ἀγρυπνίες τὰ βράδια. Τὸν χειμώνα τοῦ 1944, καθὼς καθόταν στὸ τζάκι μὲ τὶς δύο ἀδελφές του καὶ τὴ μητέρα του καὶ ἔτρωγαν «μακαρόνες», ὅπως λένε τὶς τηγανίτες στὴν Κρήτη, ξαφνικὰ ἕνα φῶς μπῆκε μέσα του, ποὺ τὸν γέμισε χαρά, καὶ εἶπε στὶς ἀδελφές του· «Θὰ γίνω μοναχὸς»! Τότε ἦταν 14 ἐτῶν. Καί, πράγματι, τὸ ἔτος 1947 πηγαίνει καὶ ἐγκαταβιώνει στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικήτα Ἀχεντριά, ἕνα μικρὸ λαξευτὸ σπήλαιο-μοναστήρι, ποὺ βρίσκεται στὴ νότια περιοχὴ τῆς Κρήτης, πρὸς τὸ Λιβυκὸ πέλαγος. Γέροντας τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν ὁ πατὴρ Ἱερόθεος καὶ μαζί του ἦσαν ἄλλοι δύο μοναχοί, τοὺς ὁποίους ὁ μικρὸς τότε Κωνσταντῖνος διακονοῦσε μὲ πολλὴ ὑπακοή.

Τὸ 1951, κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Σωφρόνιος, καὶ τὸ 1954 κατατάσσεται στὸν στρατό, καθὼς τότε ἡ στρατιωτικὴ θητεία ἦταν ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς μοναχούς. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς στρατιωτικῆς του θητείας παρουσίασε πυρετό, ποὺ δὲν ὑποχωροῦσε, καὶ εἶχε τὰ πρῶτα συμπτώματα τῆς λέπρας.

Τὸ 1957, μεταφέρθηκε στὸ Λεπροκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ τὸ 1947 εἶχαν ἤδη ἀνακαλυφθεῖ κατάλληλα φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία τῆς λέπρας, ποὺ εἶχε ἔγκαιρα διαγνωσθεῖ στὸν Γέροντα, σὺν τῷ χρόνῳ θεραπεύθηκε. Παρόλο τοῦτο, παρέμεινε στὸ Λεπροκομεῖο, θεραπευμένος πιά, γιὰ νὰ διακονεῖ τοὺς λεπρούς.

Μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ὁσίου Νικηφόρου στὸ Λεπροκομεῖο καὶ μετὰ ἀπὸ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου Ἀνθίμου πρὸς τὸν ἴδιο, ὁ μοναχὸς Σωφρόνιος ἔκανε Γέροντά του τὸν Ὅσιο καὶ βοηθήθηκε πάρα πολὺ ἀπὸ αὐτόν, καθότι τότε ἦταν ἀκόμη νέος καὶ ἄπειρος. Καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός, ἡ ἁγιασμένη βιοτὴ τῶν δύο αὐτῶν μοναχῶν ἄρχισε νὰ φτάνει στ’ αὐτιὰ πολλῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων πού, ὅταν ἐπισκέπτονταν τοὺς λεπρούς, ἐπιδίωκαν νὰ συναντηθοῦν καὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς ἁγίους γιὰ ψυχική τους ὠφέλεια.

Μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ ἁγίου Νικηφόρου τὸ 1964, ὁ Γέροντας Εὐμένιος συνέχισε, ὡριμότερος πλέον πνευματικά, νὰ διακονεῖ τοὺς λεπροὺς μέχρι τὴν κοίμησή του, στὶς 23 Μαΐου 1999.

«Κύπριε, Κύπριε, ἔλα ἐδῶ πίσω»

Ὅπως ἔχω προαναφέρει, τὸν Γέροντα Εὐμένιο μοῦ τὸν γνώρισε ὁ μακαριστὸς Γεράσιμος Φωκᾶς, μητροπολίτης Κεφαλληνίας, τότε λαϊκός. Θυμᾶμαι ἦταν τὸ 1981, ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης τῆς πέμπτης ἑβδομάδας τῶν νηστειῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ὁπόταν στὶς ἐκκλησίες ψάλλεται ὁ Μεγάλος Κανόνας. Ἤμουνα μόλις 18 ἐτῶν, πρόσφυγας ἀπὸ τὸ χωριό μου Ζώδια στὴ Λευκωσία, ἀναζητώντας μέσα στὴν πολύβουη ἀχανὴ πόλη τῶν Ἀθηνῶν πρωτίστως μιὰ πατρικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀγκαλιά. Μόλις λοιπὸν ἀντίκρυσα τὸν Γέροντα, χωρὶς δεύτερη σκέψη εἶπα μέσα μου· «Σ`αὐτὸν θὰ ἔρθω νὰ ἐξομολογηθῶ».

Ὁπόταν, μιὰ μέρα πάω καὶ τὸν βρίσκω καὶ τοῦ λέω· «Γέροντα, ἐξομολογεῖς»; «Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ναί», μοῦ ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἔνρινη φωνή του. «Γίνεται νά᾿ρθω ἐδῶ κοντά σου νὰ ἐξομολογοῦμαι»; «Ὄχι, δὲν γίνεται. Ἐγὼ εἶμαι Πνευματικὸς μόνο γιὰ τοὺς λεπρούς. Δὲν ἐξομολογῶ ὑγιεῖς». «Γιατί τὸ λέτε αὐτό; Γιὰ νὰ λυπηθῶ ποὺ εἶμαι ὑγιής»; «Ὄχι, νὰ μὴν λυπᾶσαι, ἡ ὑγεία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, ἐκεῖ ποὺ μένεις στὰ Ἰλίσια, ἔχει καλοὺς Πνευματικούς. Νὰ πηγαίνεις ἐκεῖ». «Δὲν λέω ὄχι, ἀλλὰ κάτι μοῦ λέει ὅτι θὰ ταιριάξω πιὸ πολὺ μαζί σου». «Ὄχι, παιδί μου, δὲν γίνεται. Ὁ Ἐπίσκοπός μου, μοῦ εἶπε μόνο ἐδῶ στὸ λεπροκομεῖο νὰ ἐξομολογῶ. Δὲν ἐξομολογῶ κανέναν ἐκτὸς λεπροκομείου». Πραγματικά, ἐκείνη τὴν ὥρα λυπήθηκα, διότι ἀντιλήφθηκα τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶδα καὶ τὴν ἐπιμονή του.

Ἔτσι, λυπημένος στράφηκα πρὸς τὴν πόρτα νὰ φύγω καὶ προτοῦ ἐξέλθω τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων μοῦ φωνάζει, «Ἔ!… Κύπριε, Κύπριε, ἔλα ἐδῶ πίσω». Γυρνάω καὶ μοῦ λέει· «Πότε θὲς νὰ ᾿ρθεῖς»; «Τώρα», τοῦ λέω! «Ὄχι τώρα. Αὔριο. Ἡ ὥρα ἕντεκα νὰ εἶσαι ἐδῶ». «Νὰ εἶναι εὐλογημένο», εἶπα, κι ἔφυγα.

«Σὲ εἶδα νὰ φορᾶς ρᾶσα»

Ἔκτοτε πέρασαν ἑφτὰὁλόκληρα χρόνια καὶ δὲν ρώτησα ποτὲ τὸν Γέροντα γιατί ἄλλαξε τόσο εὔκολα τὴν ἀπόφασή του, κι ἐκεῖ ποὺ μοῦ ἔλεγε ὅτι δὲν ἐξομολογεῖ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν ἐκτὸς τοῦ λεπροκομείου, ἐμένα μὲ δέχτηκε! Βέβαια, μερικὲς φορὲς εἶχα σκεφτεῖ ὅτι μὲ δοκίμαζε ἐκείνη τὴν ὥρα, ἀλλὰ ἡ ἀπορία παρέμενε. Θυμᾶμαι, ἦταν ἡ τελευταία νύχτα, ὅταν πλέον μετὰ ἀπὸ πολλὴ προσευχὴ δική μου καὶ τῶν Γερόντων ποὺ ἤξερα, πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ ἔλθω στὴν Κύπρο γιὰ νὰ ἐγκαταβιώσω ὡς μοναχὸς κοντὰ στὸν πατέρα Συμεών, τὸν τωρινὸ ἡγούμενο τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου στὴ Λάρνακα, ὁπόταν ὁ Γέροντας μοῦ λέει χαρούμενος· «Θέλω νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι, ποὺ σοῦ τὸ ἔκρυβα ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια». «Γιὰ πές μου», τοῦ λέω.

«Ἐγὼ τὸ ἤξερα ὅτι θὰ γίνεις ἱερομόναχος». «Πῶς τὸ ἤξερες, Γέροντα»; «Θυμᾶσαι, ὅταν σοῦ εἶπα τὴν πρώτη φορὰ ποὺ συναντηθήκαμε, νὰ μὴν ἔλθεις κοντά μου κι ἔφυγες λυπημένος»! «Θυμᾶμαι. Πῶς»! «Ἔ!, ἐκείνη τὴν ὥρα, μόλις στράφηκες λυπημένος πρὸς τὴν πόρτα, ἐγὼ σὲ εἶδανὰφορᾶς ρᾶσα. Καὶ ἄκουσα μέσα μου·

Αὐτὸ τὸ παιδί, πρέπει νὰ τὸ κρατήσεις. Θὰ γίνει ἱερομόναχος κάποτε καὶ θὰ βοηθήσει τὴν Ἐκκλησία καὶ πρέπει καὶ ἐσεῖς νὰ τὸ βοηθήσετε τώρα». Μένοντας ἄναυδος, τοῦ λέω· «Καλά, γιατί δὲν μοῦ τὸ εἶπες; Ἐρχόμουν ἐδῶ, σοῦ ἔλεγα, Γέροντα, θέλω νὰ καλογερέψω. Ποῦ νὰ πάω; Νὰ γίνω ἱερομόναχος, νὰ μείνω ἁπλὸς καλόγερος; Γιατί δὲν μοῦ τὸ εἶπες, καὶ μὲ ἄφησες νὰ κάνω μετάνοιες, νὰ κάνω προσευχές, νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ φανερώσει τὸ θέλημά Του στὴ ζωή μου»; Καὶ μὲ ἀφοπλιστικὸ ὕφος μοῦ λέει· «Αὐτὸ δὲν ἔχει λεβεντιά, νὰ σοῦ ἀποκαλύπτουμε ὅλοι διάφορα πράγματα γιὰ τὸ μέλλον!

Μὴ βλέπεις μὲ τοὺς ἄλλους πατέρες ποὺ σοῦ λένε. Ἐγὼ δὲν λέω εὔκολα. Ἐγὼ προτιμάω, Ὅμηρε, νὰ κάνω προσευχὴ νὰ σοῦ φανερώσει ὁ Θεὸς στὴν καρδία σου τὸ θέλημά Του. Αὐτὸ ἔχει πιὸ πολλὴ ἀξία, πιὸ πολλὴ λεβεντιά. Ἐσὺ μόνον νὰ καθαρίζεις τὴν καρδιά σου, κι ἐμεῖς θὰ φροντίζουμε νὰ στέλνουμε τὴν πληροφορία τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά σου, παιδί μου. Ἔτσι νὰ κάνεις καὶ τώρα καὶ ἀργότερα, ποὺ θὰ μεγαλώσεις».

«Ἕνα πράγμα δὲν μπορεῖ νὰ κάμει ὁ Θεός: Δὲν μπορεῖ νὰ παραβιάσει τὸ θέλημα κανενὸς»

Κοντὰ στὸν Γέροντα εἶχα πολλὲς ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴν ἁγία του βιοτή, ἀλλὰ μία ἀπὸ τὶς συγκλονιστικότερες ἐμπειρίεςποὺεἶχα, ἀλλὰ καὶ ποὺ ἄκουσα ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μου, ἦταν ὅταν μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε τὴν ἐμπειρία ποὺ εἶχε προσευχόμενος ἕνα βράδυ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ ὀφείλω νὰ λέω καὶ νὰ ξαναλέω γιὰ τὴν ἐμπειρία αὐτὴ τοῦ Γέροντα, τώρα ποὺ ἔχει κοιμηθεῖ, πρὸς ὠφέλεια τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Μοῦ εἶπε λοιπόν· «Ἔκανα προσευχὴ καὶ ἔλεγα τοῦ Χριστοῦ μας· “Κύριέ μου, Ἰησοῦ Χριστέ, θέλω νὰ σώσεις ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς”. Καὶ ἐχάρη ὁ Θεός. Καὶ ὅταν εἶδα ὅτι χαιρότανε, Τοῦ εἶπα· “Κύριε, δὲν σώζεις καὶ ὅλους τοὺς ἑτεροδόξους, καθολικούς, προτεστάντες; Ὅλους, ποὺ πιστεύουνε στὸ ὄνομά Σου, ἀλλὰ ἔχουνε κακοδοξίες”; Καὶ ἐχάρη ὁ Θεός. Καὶ μετὰ εἶπα· “Χριστέ μου, τί θὰ κάνουμε μὲ τοὺς μουσουλμάνους, τοὺς Κινέζους, τοὺς Ἀφρικανούς, αὐτοὺς ποὺ δὲν Σὲ γνωρίζουν, ποὺ δὲν Σὲ πιστεύουνε; Δὲν τοὺς σώζεις καὶ αὐτούς, Χριστέ μου; Σὲ παρακαλῶ, σῶσε καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀλλοθρήσκους”! Καὶ ἐχάρη ὁ Θεός. Καὶ ἐγώ, ξεθάρρεψα καὶ Τοῦ εἶπα· “Ἀφοῦ χαίρεσαι ἔτσι ποὺ προσεύχομαι, Χριστέ μου, νὰ σώσεις ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοὺς ἀρχαίους εἰδωλολάτρες. Ἀπὸ Ἀδὰμ ἄχρι τοῦ νῦν, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔπλασες ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅλους νὰ τοὺς σώσεις, σὲ παρακαλῶ, Χριστέ μου”. Καὶ ἐχάρη ἀπέραντα ὁ Θεός. Ξεθάρρεψα κι ἄλλο καὶ Τοῦ λέω· “Ἀφοῦ χαίρεσαι ἔτσι, δὲν σώζεις καὶ τὸν Ἰούδα, δὲν σώζεις καὶ τὸν διάβολο, νὰ ἡσυχάσουμε ὅλοι. Νὰ ἡσυχάσει καὶ αὐτὸς ὁ καημένος, ποὺ τυραννιέται μὲ τὶς διαβολιές του”; Καὶ ἐλυπήθη ὁ Θεός…». «Λυπήθηκε; Γιατί λυπήθηκε»; τοῦ λέω ὅλος ἀπορία. «Ναί, λυπήθηκε ὁ Θεὸς γιὰ τὸν Ἰούδα καὶ γιὰ τὸν διάβολο. Διότι, ὅλοι οἱ προηγούμενοι ἄνθρωποι, γιὰ τοὺς ὁποίους παρακαλοῦσα, εἴχανε κάποια ἴχνη θελήσεως νὰ σωθοῦνε καὶ νὰ γνωρίσουνε τὸν Χριστό, νὰ Τὸν ἀγαπήσουνε. Ἐνῶ, ὁ Ἰούδας καὶ ὁ διάβολος, δὲν ἔχουν ἴχνος θελήσεως. Καὶ ἕνα πράγμα δὲν μπορεῖ νὰ κάμει ὁ Θεός: Δὲν μπορεῖ νὰ παραβιάσει τὸ θέλημα κανενός».

«Ἅμα δὲν ὀχυρωθεῖς μὲ τὴν ταπείνωση, ὅλα εἶναι ἕνα τίποτα»

Ὅταν χειροτονήθηκα διάκονος, ἤμουνα στὴν Κύπρο, ἀλλὰ συνέχισα νὰ πηγαίνω στὴν Ἑλλάδα, γιατὶ ὁ Γέροντάς μου, ὁ πατὴρ Συμεών, καταλαβαίνοντας ὅτι θὰ μὲ βοηθοῦσε νὰ συνεχίσω νὰ ἔχω ἐπαφὴ μὲ τοὺς Γέροντες ποὺ γνώρισα, μ’ ἐνεθάρρυνε νὰ σπουδάσω Θεολογία. Ἔτσι, μὲ ἀφορμὴ τὶς σπουδές, συνέχισα καὶ μετὰ τὸ 1987 ποὺ ἤλθα στὴν Κύπρο νὰ πηγαίνω στὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ βλέπω τὸν ἅγιο Πορφύριο, τὸν ἅγιο Παΐσιο, τὸν ἅγιο Ἰάκωβο, τὸν Γέρο Εὐμένιο. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι ὡς ἱεροδιάκονος, ἦταν πιὸ ὥριμη ἡ ἐπαφή μου μαζί τους, διότι ἄλλος εἶναι ὁ διάλογος ποὺ γίνεται ὅταν εἶσαι φοιτητής, κι ἄλλος ὅταν εἶσαι ρασοφόρος.

Ἔτσι λοιπὸν σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις μου στὸν Γέροντα Εὐμένιο, μοῦ κάνει τὴν ἑξῆς ἀπρόβλεπτη ἐρώτηση, ξαφνιάζοντάς με λίγο· «Ποιά βιβλία σοῦ εἶπε νὰ διαβάζεις ὁ πατὴρ Συμεών»; Τοῦ εἶπα μερικοὺς τίτλους καὶ μοῦ λέει· «Νὰ διαβάζεις τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Θὰ μάθεις ὡραία ἑλληνικά. Αὐτός, ἀνακεφαλαιώνει ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία». «Γέροντα, μοῦ ἀρέσει πολὺ νὰ διαβάζω τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο», τοῦ λέω. «Ἔ!, καλὸς εἶναι. Εἶναι ὁ καλύτερος αὐτός, ἀλλὰ τώρα, δὲν χρειάζεται ἐκεῖ ποὺ εἶσαι. Ἀργότερα, ἀργότερα τὸν ἅγιο Ἰσαάκ… Λίγο νὰ διαβάζεις, ἔτσι νὰ παίρνεις μιὰ γεύση». «Ἐσὺ τὸν διάβασες, Γέροντα»; «Ἐμεῖς στὴν ἐποχή μας, παιδί μου, δὲν εἴχαμε πολλὰ πατερικὰ βιβλία, ὅπως σήμερα. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν οἱ πιὸ πολλοὶ τῆς δικῆς σας ἡλικίας. Τότε δὲν τὰ ἐξέδιδαν, οὔτε ἡ Ἐκκλησία, οὔτε τὰ βιβλιοπωλεῖα». «Τί διαβάζατε τότε»; τοῦ λέω. «Διαβάζαμε Ψαλτήρι (τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ). Διαβάζαμε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ διαβάζαμε Ἀκολουθίες. Κάναμε τὴν εὐχή, διαβάζαμε καὶ τὰ ὑπομνήματα τοῦ Τρεμπέλα καὶ ξανὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἐδῶ στὸ Λεπροκομεῖο εἴχαμε καὶ τὸν Εὐεργετινό, ποὺ ἔφερε ὁ πατὴρ Νικηφόρος. Ἄλλα πατερικὰ δὲν εἴχαμε. Μετὰ ἐκδόθηκε τὸ βιβλίο Ἀσκητικὰ ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου. Μά, τί βιβλίο ἦταν αὐτό! Μά, τί βιβλίο ἦταν αὐτό! Μά, τί βιβλίο ἦταν αὐτό…». Κι εἶπε αὐτὴ τὴ φράση μὲ πολλὴ χαρά, τουλάχιστον δέκα φορές! «Τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες, ἀπὸ τὴ χαρά μου, οὔτε ἔτρωγα, οὔτε κοιμήθηκα»! «Καλά, Γέροντα, τί σοῦ ἄρεσε τόσο πολὺ στὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο»; «Ἄκουσε, παιδί μου. Ἄκουσε, καὶ μὴν τὸ λὲς τώρα, ἀργότερα νὰ τὰ πεῖς αὐτά. Ἐγώ, ζοῦσα διάφορα πράγματα ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἤμουνα παιδί. Ἔβλεπα ὄχι μόνον τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα. Ἀκόμα καὶ τὴν Κυρά μας, τὴν Παναγιά. Καὶ ἀγγέλους καὶ δαίμονες καὶ νεκροὺς καὶ ἀρετῆς ἀνθρώπους. Ἔβλεπα διάφορα. Δὲν ξέρω γιατί, δὲν ξέρω γιατί, δὲν ξέρω γιατί… Μοῦ ἔλεγαν, ‘‘πρόσεξε μὴν πλανηθεῖς’’. Μοῦ ’λεγε καὶ ὁ Γέροντάς μου ὁ Νικηφόρος· ‘‘Πρόσεξε μὴν πλανηθεῖς, Σωφρόνιε, μὴν ὑπερηφανευθεῖς’’. Μετά, παιδί μου, γιὰ μερικὲς μέρες δαιμονίστηκα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ ἔβλεπα διάφορα. Δὲν τὰ κατάφερα, περηφανεύτηκα, δαιμονίστηκα. Μὲ πήγανε στὴ Μονὴ τοῦ Κουδουμᾶ στὴν Κρήτη καὶ μὲ διάβασαν ἐκεῖ οἱ πατέρες καὶ ἔγινα καλά. Ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά μου τὸ ἔπαθα αὐτό. Καὶ εἶχα λοιπὸν μέσα μου ἕνα φόβο. Μέχρι σήμερα ἔχω αὐτὸ τὸν φόβο. Νὰ μὴν μὲ ρίξει ξανὰ ὁ πειρασμὸς στὴν ὑπερηφάνεια. Εἶναι πολὺ πικρὴ κατάσταση αὐτή. Δὲν ὑπάρχει κάτι χειρότερο… Ἅμα δὲν ὀχυρωθεῖς μὲ τὴν ταπείνωση, ὅλα εἶναι ἕνα τίποτα, ἕνα τίποτα, ἕνα τίποτα… Καὶ οἱ ἀποκαλύψεις καὶ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ Λειτουργίες σου εἶναι ἕνα τίποτα χωρὶς τὴν ταπείνωση. Νὰ ζητᾶτε ταπείνωση. Νὰ λέτε· ‘‘Παναγία μου, δὲν εἶμαι ταπεινός. Δὲν τὰ κατάφερα πάλι’’! Εἶναι δεδομένο ὅτι θὰ ἔχομε ἀποτυχίες. Τὸ γιατί καὶ οἱ ἐνοχές, εἶναι διπλὸς σατανᾶς. Καταλάβατε; Ὅταν ζητοῦμε νὰ μᾶς δώσει ὁ Θεὸς ταπείνωση, εἶναι ὡς νὰ Τοῦ λέμε· ‘‘Χριστέ μου, ἐγὼ ἔχω αὐτὸ τὸ χάλι, τὸ ἐγωιστικό. Σὲ παρακαλῶ, στεῖλε μου Ἐσύ, μὲ τὴ σοφία, τὴν πανσοφία ποὺ ἔχεις, ἀφορμὲς ταπεινώσεως’’! Ὁ Θεὸς ξέρει. Μὴ γυρεύουμε ἐμεῖς νὰ μεταμορφώσουμε τὴν ταπείνωση σὲ ὑποκρισία, σὲ φαρισαϊσμό. Καταλάβατε τί λέω; Νὰ ἀφήσουμε μὲ ἁπλότητα τὸν Θεὸ νὰ μᾶς στείλει εὐκαιρίες μετανοίας, εὐκαιρίες προσευχῆς, εὐκαιρίες ταπεινώσεως…».

«Τώρα κλαίω ὅποτε θέλω»

«Ἐγὼ εἶχα λέπρα καὶ ἔγινα καλά. Ἔγινα καὶ παπᾶς. Ὁ παπᾶς, εἶναι κάτι μεγάλο… πολὺ μεγάλο. Ἀλλά, γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔβλεπα, εἶπα· “Πάτερ Εὐμένιε, πλανήθηκες”! Καὶ ἔπεισα τὸν ἑαυτό μου γιὰ κάποια χρόνια ὅτι εἶμαι πλανεμένος. Εἶχε κοιμηθεῖ πλέον καὶ ὁ Γέρο Νικηφόρος καὶ ἔπεσε στὰ χέρια μου τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰσαάκ, Τὰ Ἀσκητικά. Καὶ ὅταν διάβασα…», καὶ ἄρχισε νὰ γελάει ἐκείνη τὴν ὥρα. Μὰ κάτι γέλια, χάχανα ἦταν… Κατάλαβα ὅτι δὲν εἶμαι πλανεμένος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν κοιμήθηκα τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες καὶ δὲν ἔφαγα τίποτα. Διότι αὐτὰ ποὺ ζοῦσα τὰ ἔγραφε μέσα».

«Αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι ὡραῖα δάκρυα»!

«Δηλαδὴ τί ζοῦσες, Γέροντα»; «Τί νὰ σοῦ πῶ», μοῦ λέει. «Γιὰ παράδειγμα, εἶχα ἕνα καιρὸ δάκρυα, πολλὰ δάκρυα, ἀνεξέλεγκτα δάκρυα, πικρὰ δάκρυα, καυστικὰ δάκρυα. Ὄχι μόνο στὴν καρδιά μου. Τὰ δάκρυα ἤτανε καυστικὰ καὶ τὴν καθαρίζανε σιγά-σιγά, ἀλλά, ἀκόμα καὶ στὸ πρόσωπο. Νόμιζα ὅτι δὲν εἶναι δάκρυα, ὅτι εἶναι κανένα φάρμακο, τὸ ὁποῖο καθαρίζει ἐδῶ τὶς παρειές μου, τὸ πρόσωπό μου. Αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι καθαρτικά, ἀλλὰ δὲν ἀντέχονται γιὰ πολλὰ χρόνια. Καὶ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὅτι αὐτὰ τὰ πρῶτα δάκρυα τῆς μετανοίας εἶναι τὰ δάκρυα τὰ καθαρτικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπει πολλὰ χρόνια ὁ Θεός, γιατὶ δὲν τὰ ἀντέχει ἡ ἀνθρώπινη φύση περισσότερο ἀπὸ δύο μὲ δυόμιση χρόνια». «Ἐσένα πόσα σοῦ πῆρε», τοῦ λέω; «Δύο χρόνια μοῦ πῆρε. Μετὰ σταματήσανε αὐτά. Τώρα κλαίω ὅποτε θέλω. Τώρα κλαίω ὅποτε θέλω». «Ὅποτε θέλεις»; «Ναί! Αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι ὡραῖα δάκρυα, εἶναι ὡραῖα δάκρυα, εἶναι εὐφραντικά, εἶναι βιταμινοῦχα. Καὶ γιὰ τὸ σῶμα καὶ γιὰ τὴν ψυχή. Ὅλα καθαρίζουνε, ὅλα καθαρίζουνε μὲ αὐτὰ τὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα πλέον εἶναι φωτιστικά». Τοῦ λέω, «τὸ λέει καὶ αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἰσαάκ»; «Φαίνεται δὲν διάβασες καλά, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξέρεις»; Καὶ λέω, κοίτα τί ἄνθρωποι ζούσανε δίπλα μας! Μέσα στὴν Ἀθήνα. Οἱ ὁποῖοι, ζούσανε τί; Τὴν ἀσκητικὴ τοῦ ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου. Πρῶτα τὰ ἔζησε καὶ μετὰ τὰ διάβασε. Ἐμεῖς τὰ διαβάζουμε, τὰ ξαναδιαβάζουμε, τὰ λέμε καὶ τὰ ξαναλέμε χωρὶς νὰ τὰ ζοῦμε. Θυμᾶμαι, ποὺ μοῦ εἶπε καὶ ἡ Γερόντισσα τῆς Σουρωτῆς, ἡ Φιλοθέη, μιὰ φορὰ ποὺ συναντηθήκαμε, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ γράφει καὶ ἐκδίδει συνεχῶς βιβλία γιὰ τὸν Γέροντά της, τὸν ἅγιο Παΐσιο· «Ἄχ, Δεσπότη μου, διάβασα ἕνα κείμενό σου γιὰ τὸν ἅγιο Παΐσιο καὶ μοῦ ἄρεσε πολύ». Κι ἀφοῦ μὲ παίνεψε, μοῦ λέει στὸ τέλος· «Αὐτοὶ ζήσανε τὴν πνευματικὴ ζωή, ἅγιε Μόρφου, ἐμεῖς μόνο γράφουμε καὶ μιλοῦμε γι᾽ αὐτήν»!

Ἡ κατάκριση

Ὁ Γέροντας καλλιεργοῦσε συνεχῶς τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ πρόσεχε τὴν κάθε λεπτομέρεια, οὕτως ὥστε νὰ μὴν διολισθήσει στὴν κατάκριση. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ κρίνουμε κανέναν καὶ τίποτα! Γιὰ παράδειγμα, ἂν λέγαμε ἀκόμα καὶ καλοπροαίρετα, ὅτι ὁ Κώστας εἶναι καλός, ἀλλὰ εἶναι φαλακρός, θὰ ἔλεγε ἀμέσως· «Ὡραία ἡ φαλάκρα, ὡραία ἡ φαλάκρα»! Καὶ μᾶς ἔλεγε συχνά· «Ὅποιος κατακρίνει, νὰ περιμένει σαρκικὸ πειρασμό. Ἂν δὲν ἔλθει σαρκικὸς πειρασμός, σημαίνει τὸν ἐγκατέλειψε τελείως ὁ Θεός». Ἐπέμενε νὰ προσέχουμε τὸν νοῦ μας. Μὲ συμβούλευε· «Νὰ παρακολουθεῖ ὁ νοῦς πότε κατέκρινες, εἴτε ἐσωτερικά, εἴτε ἐξωτερικά. Κι ἂν τὸ ἔκανες, ἀμέσως νὰ λές· ‘‘Συγχώρα με, Χριστέ μου’’! Ἀμέσως. Γρήγορο νοῦ. Ὄχι τεμπέλικο νοῦ. Ὄχι δικαιολογίες. Νὰ βλέπεις ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα τὴν ἁμαρτία ποὺ κινεῖται μέσα σου. Εἴτε ὡς λογισμό, εἴτε ὡς ἐπιθυμία. Καὶ ἀμέσως νὰ μετανοεῖς».

Θυμᾶμαι, πήγαμε στὸ Λονδίνο γιὰ νὰ δοῦμε τὸν ὅσιο Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ. Ἐγώ, σπουδαγμένος δικηγόρος, ἤμουν πάντα ἕτοιμος νὰ κρίνω τὰ πάντα, νὰ ψηλαφήσω τὰ πάντα. Ἔβλεπα τὸ Λονδίνο. Καταχνιά. Ἔλεγα: «Παναγία μου, αὐτὸ τὸ Λονδίνο, ὅλο ὁμίχλη. Πῶς ἦλθαν ἐδῶ οἱ Κύπριοι νὰ ζήσουν; Καταχνιά, καλέ». «Ὡραῖο τὸ Λονδίνο, ὡραῖο τὸ Λονδίνο, ὡραῖο τὸ Λονδίνο», ἔλεγε ὁ Γέροντας. Ποῦ νὰ τολμήσω ἐγὼ νὰ ξαναπῶ ὅτι ἔχει καταχνιά. «Ψυχροί, αὐτοὶ οἱ Ἐγγλέζοι ποὺ εἶναι, ρὲ Γέροντα, ψυχροί! Τοὺς ἐπηρέασε τὸ κλίμα». «Ὡραῖοι οἱ Ἐγγλέζοι, ὡραῖοι οἱ Ἐγγλέζοι, ὡραῖοι οἱ Ἐγγλέζοι. Τί ὡραῖοι ποὺ εἶναι οἱ Ἐγγλέζοι! Μ᾿ ἀρέσει νὰ εἶμαι στὴν Ἀγγλία. Τί ὡραία ποὺ εἶναι ἡ Ἀγγλία». Ποῦ τολμοῦσα νὰ πῶ ξανὰ γιὰ τοὺς Ἐγγλέζους;

«Τὶ ὡραῖος ὁ καύσωνας, Χριστέ μου»!

Μιὰ ἄλλη φορά, ἤμασταν στὸ Λοιμωδῶν, κι ἑτοιμαζόμασταν νὰ κάνουμε Ἀκολουθία. Ἐνῶ ἦταν μήνας Σεπτέμβρης, εἶχε μεγάλο καύσωνα. Ἐγώ, ἄρχισα νὰ γκρινιάζω καὶ νὰ λέω, «οὔφ, πολὺ ζέστη, πολὺς καύσωνας, Γέροντα, πά, πά, πά… Σεπτέμβρη καιρό, λὲς καὶ εἶναι Κύπρος. Πῶς ἦλθε ἐδῶ ὁ καιρὸς στὴν Ἀθήνα ἔτσι; Καύσωνας, πολὺς καύσωνας»! Κι ἀρχίζει ὁ Γέροντας νὰ γελᾶ γιὰ πολλὴ ὥρα. Καὶ τοῦ λέω, «Τί γελᾶς»; «Μωρέ, ὡραῖος καύσωνας, ὡραῖος ὁ καύσωνας, ὡραῖος ὁ καύσωνας… Τί ὡραῖος καύσωνας! Πόσο ἀναγκαῖος εἶναι ὁ καύσωνας! Ὅλα χρειάζονται. Τί ὡραῖος ὁ καύσωνας! Χριστέ μου, ὅ,τι θέλεις Ἐσύ. Καύσωνα, καύσωνα, λιοπύρι, λιοπύρι, βροχές, βροχές! Ὡραῖος ὁ καύσωνας». Τοῦ λέω· «Λὲς συνεχῶς ὡραῖο τὸ ἕνα, ὡραῖο τὸ ἄλλο, ὡραῖος ὁ καύσωνας…». Καὶ μοῦ λέει· «Ξέρεις, ἔχει συνηθίσει τὸ μυαλό σου νὰ κρίνει. Ἅμα θὲς νὰ σταματήσεις νὰ κρίνεις, ξεκινᾶς νὰ μὴν κρίνεις τὰ κακά. Ἅμα ἀρχίσεις ἔτσι, τὸ ἕνα σοῦ μυρίζει τὸ ἄλλο σοῦ βρωμᾶ, τὸ ἄλλο σὲ δυσκολεύει, μετὰ θὰ μὲ κατακρίνεις κι ἐμένα. Θὰ συνηθίσει ὁ νοῦς, παιδί μου. Γι᾿ αὐτό, συνεχῶς βλέπε τὴν ὡραία πλευρὰ τῶν πραγμάτων». Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο αὐτὸς ὁ ἅγιος ἄνθρωπος σοῦ μάθαινε τὸ ἀκατάκριτο, νὰ μὴν κρίνεις κανέναν καὶ κανένα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ δὲν σοῦ ἀρέσουν.

«Ἅγιο θὰ τὸν κάνει ὁ Θεὸς ὅταν πεθάνει»

Ἐπίσης, δὲν τοῦ ἄρεσε νὰ παινεύουμε τοὺς ζωντανούς. Νὰ λέω, τί καλὸς παπᾶς ποὺ εἶναι ὁ τάδε ἢ ὁ δεῖνα ἱερέας. «Ὄχι, καλὸς εἶναι, ἀλλὰ ὄχι πολὺ καλός», ἔλεγε. Ἐνῶ τοῦ ἄρεσε νὰ βλέπουμε τὰ θετικά, δὲν τοῦ ἄρεσε τὸ παίνεμα. Τὸ θεωροῦσε ἀρχὴ κατάκρισης καὶ ἀπροσεξία. Δηλαδή, ἂν τοῦ ἔλεγες, «ἅγιος ἄνθρωπος ὁ Πορφύριος», σοῦ θύμωνε. «Καλά. Δὲν εἶπα, Γέροντα, ὅτι εἶναι κακός. Εἶπα ὅτι εἶναι ἅγιος». «Εἶναι ἕνας καλὸς παπᾶς», σοῦ ἔλεγε. «Ἅγιο θὰ τὸν κάνει ὁ Θεὸς ὅταν πεθάνει. Ἐμεῖς, γιατί νὰ μποῦμε στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ νὰ κρίνουμε ὅτι εἶναι ἅγιος»; Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀκρίβεια τοῦ λόγου ποὺ εἶχε ὁ Γέροντας Εὐμένιος. «Ἅμα συνηθίσεις νὰ κρίνεις τὰ καλά, μετὰ θὰ ἀρχίσεις νὰ λὲς καὶ γιὰ τὰ κακὰ τοῦ ἄλλου». Ἕνα μάθημα τὸ ὁποῖο δὲν τὸ ἔμαθα ἀκόμα, παρόλο ποὺ εἶχα ἐξομολόγο τέτοιο ἀκατάκριτο Γέροντα.

«Σὲ εὐχαριστῶ ποὺ μοῦ ἔφερες αὐτὴ τὴ βρυσομάνα τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»

Θυμᾶμαι, τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ γνώρισα τὸν Γέροντα, ἤδη ἐπισκεπτόμουν καὶ τὸν ὅσιο Πορφύριο στὸν Ὠρωπό. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις μου στὸν ὅσιο, γυρίζει καὶ μοῦ λέει· «Μωρέ, πολὺ εὐνοημένος εἶσαι ἀπὸ τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἐγὼ ἀδικήθηκα». «Κύριε ἐλέησον, ἐσὺ ἀδικήθηκες», τοῦ εἶπα, «ποὺ σοῦ ἔδωσε τόσα χαρίσματα ἀπὸ παιδί»; «Ἐσὺ ἔχεις δύο βρύσες νὰ πίνεις νερό, ἐνῶ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμιά. Ἔχεις δύο Πνευματικούς, ἕνα τὸν Ἰάκωβο στὴν Εὔβοια καὶ ἕνα κάτω, καὶ ἐγὼ νὰ μὴν ἔχω κανέναν». Τοῦ λέω· «Τί νὰ κάνουμε; Θέλεις κανέναν νὰ ᾿ρθεῖ ἐδῶ»; «Ναί! Θέλω νὰ κανονίσεις, νὰ μοῦ φέρεις ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο, νὰ ἐξομολογηθῶ. Δὲν ἔχω, παιδί μου, ἄνθρωπο»! «Γέροντα, τόσος κόσμος ἔρχεται κοντά σου. Εἶσαι ὁ πρύτανης τῶν Γερόντων». «Εἶμαι»! Δὲν εἶπε, «δὲν εἶμαι». Ποῦ νὰ πεῖς τοῦ Γέροντα Εὐμένιου, εἶσαι ὁ πρύτανης τῶν Γερόντων. Κινδύνευες μὲ ἀποκεφαλισμό! Ἐνῶ ὁ Γέρο Πορφύριος εἶπε· «Εἶμαι, ἀλλὰ θέλω καὶ ἐγὼ ἕναν ἄνθρωπο νὰ μιλᾶ τὴ γλῶσσα μου, ρὲ Ὅμηρε. Νὰ μοῦ φέρεις ἕναν ἄνθρωπο»! Τοῦ λέω· «Κοίταξε. Ὁ Ἰάκωβος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔρθει. Ἔχει βηματοδότη, εἶναι ἄρρωστος, δὲν μπορεῖ. Ἀλλά, τοῦ λέω, ὁ Εὐμένιος εἶναι πολὺ καλὰ στὴν ὑγεία του, εἶναι καὶ νέος, ἀλλὰ θὰ δεχτεῖ»; «Ἐσὺ πές Πάω ἐγὼ στὸν Γέροντα Εὐμένιο καὶ τοῦ λέω· «Γέροντα, μοῦ εἶπε ὁ Γέρο Πορφύριος, ὅτι θέλει νὰ ἐξομολογηθεῖ». «Ἔ!, ποιός θὰ ἐξομολογήσει τὸν Πορφύριο»; «Ἐσύ, μοῦ εἶπε». «Φρόντισε ἐσὺ ἕνα αὐτοκίνητο νὰ φέρεις καὶ μετὰ τὴ Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, θὰ φύγουμε ἀμέσως γιὰ τὸν γέρο Πορφύριο».

Πᾶμε, λοιπόν, τὴν Κυριακὴ στὸν ἅγιο Πορφύριο καὶ μὲ τὴ μεγαλύτερη ἁπλότητα ὁ Γέροντας μπῆκε μέσα στὸ κελλί του καὶ τὸν ἐξομολόγησε. Τί εἴπανε δὲν ξέρω. Βγῆκε ἔξω κι εἴδαμε ἕνα Γέρο Εὐμένιο «πυρίμορφο»! Τὸ πρόσωπὀ του ἦταν σὰν τὴ φωτιά. Ἐξέπεμπε τῆς φωτιᾶς τὸ φῶς. Ἔμοιαζε μὲ τὸν Μωυσῆ, ποὺ ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὸ Ὄρος Σινᾶ κρατώντας τὶς Δέκα Ἐντολές, ἦταν τόσο λαμπερὸ τὸ πρόσωπό του, ποὺ οἱ Ἑβραῖοι τοῦ ἔβαλαν ἕνα μαντήλι μπροστά του γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὸν βλέπουν, γιατὶ τοὺς τύφλωνε ἡ λάμψη ποὺ ἐξέπεμπε. Ἔτσι αἰσθανθήκαμε βλέποντας τὸν Γέροντα ἐκείνη τὴν εὐλογημένη ἡμέρα. Τὸ μόνο ποὺ εἶπε, «ἔλα ἐσύ». Πῆγα κοντά του. «Τί χτίζουν ἐδῶ»; Τοῦ λέω, «χτίζουν ἡσυχαστήριο». «Χρήματα θὰ θέλει», μοῦ λέει. Βλέπετε ἁπλότητα. Χτίζει ὁ ἄλλος, τί θέλει; Χρήματα θέλει νὰ χτίσει. Καὶ βάζει τὸ χέρι του, κι ὅσα εἶχε μέσα στὴν τσέπη του, ψιλά, χοντρὰ μοῦ τὰ ἔδωσε. «Πάρ᾿ τα καὶ δός του τα». Καὶ μόλις τὰ πῆγα ἐκεῖ στὸ κρεββατάκι τοῦ ἁγίου Πορφυρίου, μοῦ λέει: «Σὲ εὐχαριστῶ ποὺ μοῦ ἔφερες αὐτὴ τὴ βρυσομάνα τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐγὼ νὰ ξεδιψάσω. Καὶ μοῦ εἶπε καὶ κάτι ἄλλα προσωπικά».

Νὰ ζητᾶμε τοῦ Χριστοῦ μεγάλα καὶ ὡραῖα πράγματα

Ὁ Γέρο Εὐμένιος συμβούλευε ὅτι πρέπει συνεχῶς νὰ ζητοῦμε τοῦ Χριστοῦ μεγάλα καὶ ὡραῖα πράγματα. Μοῦ ἔλεγε· «Μέχρι νὰ βγεῖ ἡ ψυχή σου ἀπὸ τὸ σῶμα σου, νὰ προσεύχεσαι· ‘‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δώρησέ μου πραότητα, ταπείνωση καὶ ἁπλότητα’’». Ἐπέμενε πολὺ σ᾿αὐτὰ τὰ τρία. Στὴν πραότητα, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁπλότητα. Ἐπίσης, μᾶς ἔλεγε· «Ἐὰν ἔλθει ἀδικία, συκοφαντία ἢ ἀρρώστεια ἐπάνω σου, ἀπὸ τὴ χαρά σου νὰ πέσεις κάτω». Αὐτὸ τὸ ἔπραξε ὁ ἴδιος, ἀφοῦ, ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἔχει λέπρα, ἀπὸ τὴ χαρά του ἔπεσε κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Κι ὁ λόγος; Ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, «μεγάλη ἀρρώστεια, μεγάλος σταυρός. Μεγάλος σταυρός, μεγάλη ἀνάσταση». Καὶ κάτι τελευταῖο πολὺ σημαντικό, ποὺ μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας συχνά: «Γιὰ νὰ μὴν ἀλλάζω καὶ νὰ ἔχω συνέχεια τὰ ἴδια λάθη, ὁπωσδήποτε Σὲ θέλω Χριστέ μου, ἀλλὰ Σὲ θέλω λίγο. Θέλω νὰ Σὲ θέλω πιὸ πολύ».

Ἀδελφοί μου, ἀσχοληθεῖτε κι ἐσεῖς μὲ τὰ θέλω σας. Παρακολουθεῖτε τὶς ἐπιθυμίες σας, ὥστε νὰ εἶναι κατὰ Θεόν, ἐνῶ πολεμεῖτε τὰ ἁμαρτωλὰ καὶ ἐμπαθή σας θελήματα. Μὴ δικαιολογεῖτε τὰ πάθη σας. Πολεμεῖστε τα μὲ τὸ παντοδύναμο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». «Ὑπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι. Σκέπε ἡμᾶς. Σῶσον ἡμᾶς». «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Εὐμένιε, βοήθησόν με». Ἔτσι ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος: Μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων, τὴν ἐπίμονη προσευχή, τὸν συνεπὴ πνευματικὸ ἀγώνα, τὴ μετάνοια, ποὺ ἑλκύουν τὴ σωστικὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Εὐχέτης πρὸς Κύριον
† Ὁ Μόρφου Νεόφυτος

Πηγή: immorfou.org.cy

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος († 23 Απριλίου) .


Ομιλία στον άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο – Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους

Ο άγιος Γεώργιος είναι ένας κατ’ εξοχήν αναστημένος άνθρωπος του Θεού και θυσιάζει όλη του την ζωή την καλομαθημένη. Και το μαρτύριό του ήταν μία φανέρωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, όπως άλλωστε και όλη του η ζωή ήταν και αυτή μία φανέρωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Κυρίου. Γι’ αυτό και η Εκκλησία καθιέρωσε, και όταν ακόμα η μνήμη του συμπίπτει με την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, να μετατίθεται και να εορτάζεται πάντοτε στην Πασχάλια περίοδο. Συνέδραμε με την Ανάσταση του Κυρίου, λέγουν κάποιοι ύμνοι, και η μνήμη του Μεγαλομάρτυρος. Και μαζί με το έαρ το υλικό, την άνοιξη της φύσεως, ήρθε και το έαρ το πνευματικό, της Αναστάσεως του Χριστού και της μνήμης του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου αγίου Γεωργίου.

Βίος και Πολιτεία της Αγίας Ισαποστόλου Νίνας της Φωτίστριας της Γεωργίας (14 Ιανουαρίου και 10 Ιουλίου) .


Α) Ὁ κλῆρος τῆς Θεοτόκου

Σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία παράδοση, ἡ ὁποία μέχρι σήμερα διαφυλάσσεται στὴν Γεωργία, καθὼς ἐπίσης καὶ σὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πανάμωμος Μητέρα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν πρόνοιά Του, ἐκλέχτηκε νὰ κηρύξη στὴν Γεωργία[1] τὴν σωτηρία των ἀνθρώπων, τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Υἱοῦ Της καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ στοὺς Οὐρανούς, γράφει ὁ Ἅγιος Στέφανος ὁ Ἁγιορείτης, συγκεντρώθηκαν στὸ Ὄρος Σιὼν οἱ Μαθητές Του μαζὶ μὲ τὴν Παρθένο Μαρία, τὴν Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ καὶ περίμεναν τὸν Παράκλητο, ὅπως τοὺς διεμήνυσε ὁ Κύριος, νὰ μὴν φύγουν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ νὰ περιμένουν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Κυρίου.

Καὶ ἔῤῥιξαν κλήρους γιὰ τὸ σὲ ποιὰ χώρα ὁ καθένας τους θὰ πήγαινε νὰ κηρύξῃ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Πανάμωμος εἶπε: Γιὰ νὰ μὴν μείνω καὶ ἐγὼ δίχως κλῆρο ἀποστολῆς, ἐπιθυμῶ νὰ ῥίξετε κλῆρο καὶ γιὰ μένα, ἔτσι καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω κάποια γῆ νὰ κηρύξω, τὴν ὁποία θὰ ὁρίσει ὁ Θεός.

Ἐκεῖνοι, οἱ εὐσεβεῖς μὲ φόβο καὶ σεβασμὸ ἔπραξαν σύμφωνα μὲ τὰ λόγια Της, καὶ ἔπεσε σὲ αὐτὴν ὁ κλήρος γιὰ τὴν χώρα τῆς Γεωργίας. Ἡ Πανάμωμος Θεοτόκος μὲ χαρὰ τὸ ἀποδέχθηκε καὶ θέλησε ἀμέσως μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, νὰ ταξιδέψη γιὰ τὴν Γεωργία. Ἀλλὰ ὁ Ἄγγελος τῆς εἶπε: Δὲν πρέπει ἀμέσως τώρα νὰ φύγῃς ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ νὰ παραμείνης γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα, καὶ ἡ γῆ ἡ ὁποία Σοῦ ἔπεσε στὸν κλῆρο, θὰ καθαγιασθῇ ἀργότερα, καὶ ἡ δεσποσύνη Σου θὰ πάει μέχρι ἐκεῖ.

Αὐτὴ ἠ ἐκλογὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν καθαγιασμὸ τῆς Γεωργίας ὁλοκληρώθηκε αφοῦ πέρασαν τρεῖς αἰῶνες ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἱεραπόστολος αὐτοῦ τοῦ ἕργου εἶναι φανερὸ ὅτι ἔγινε ἡ ἴδια ἡ Ὑπερευλογημένη Θεοτόκος Παρθένος· ἀφοῦ ἦρθε ὁ καιρός. Αὐτὴ μὲ τὴν εὐλογία Της καὶ μὲ τὴν δύναμή Της, ἀπέστειλε στὴν Γεωργία γιὰ τὸ κήρυγμα τὴν Ἁγία Παρθένο Νίνα.
Β) Ἡ γέννηση καὶ ἡ ἀνατροφὴ τῆς Ἁγίας

Ἡ Ἁγία Νίνα γεννήθηκε στὴν Καππαδοκία, μοναχοπαίδι ὀνομαστῶν καὶ εὐλογημένων γονέων, τοῦ Ζαβουλὼν Ῥωμαίου στρατηγοῦ συγγενὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καὶ τῆς Σουζάνας ἀδελφῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἰουβεναλίου. Ὅταν ἔγινε 12 ἐτῶν, ἡ Ἁγία Νίνα μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς της πῆγε στὴν Ἁγία Πόλη τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὁ πατέρας της Ζαβουλών, φλεγόμενος ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεόν, θέλησε νὰ Τὸν ὑπηρετήσῃ μὲ τὴν μοναχικὴ ἄσκηση. Σὲ αὐτήν του τὴν ἐπιλογὴ πῆρε τὴν συγκατάθεση τῆς συζύγου του καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων. Ἀφοῦ μὲ δάκρυα ἔλουσε τὴν νεαρή του κόρη Νίνα, τὴν ἐνεπιστεύθηκε στὸν Θεό, τὸν πατέρα τῶν ὀρφανῶν καὶ προστάτη τῶν χηρῶν, ἔφυγε καὶ κρύφθηκε στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου καὶ κανεὶς δὲν ἔμαθε οὔτε τὸν τόπο τῆς ἄσκησής του, οὔτε τὸν τόπο τῆς κοίμησής του.

Τὴν Σωσσάνα, τὴν μητέρα τῆς Ἁγίας Νίνας, ὁ Πατριάρχης καὶ κατὰ σάρκα ἀδελφός της, στὸν ἱερὸ ναὸ τὴν χειροτόνησε διακόνισσα, γιὰ νὰ διακονῆ τὶς χῆρες καὶ ἀδύναμες γυναῖκες. Τὴν Νίνα τὴν παρέδωσε πρὸς παιδαγωγία σὲ κάποια εὐσεβῆ γερόντισσα Νιαφόρα.

Ἡ Ἁγία παρθένος ἦταν τόσον καθαρὴ καὶ πανέξυπνη, ὥστε μέσα σὲ 2 χρόνια, μὲ τὴν βοήθεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, διδάχθηκε τοὺς κανόνες τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐσεβείας καὶ ἐμβάθυνε σὲ αὐτούς. Καθημερινά, προσευχόμενη καρδιακά, καὶ μελετώντας τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ καρδιά της ὅλο καὶ περισσότερο ἐφλέγετο ἀπὸ τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὑπέμεινε τὰ βασανιστήρια καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατο. Μελετώντας μὲ δάκρυα τὶς Εὐαγγελικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Σταυρώσεως τοῦ Σωτῆρος τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ ὅλα ὅσα συνέβησαν στὸν Σταυρό, ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν τύχη τοῦ Χιτῶνος τοῦ Κυρίου: Ποῦ νὰ βρίσκεται σήμερα αὐτὴ ἡ χειροποίητη πορφύρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ; ῥωτοῦσε τὴν παιδαγωγό της, ἀπρώντας: ἀδύνατον νὰ χάθηκε στὴν γῆ αὐτὸ τὸ ἁγιασμένο μεγάλο κειμήλιο.

Ὅσα γνώριζε ἡ Νιαφόρα ἀπὸ τὴν παράδοση, τὰ διηγήθηκε, ὅτι βορειοανατολικὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ ὑπάρχει ἡ χώρα τῆς Γεωργίας καὶ σ᾿ αὐτὴ ἡ πόλη Μτσχέτα[2]. Ἐκεῖ ὑπάρχει ὁ χιτῶνας τοῦ Κυρίου ποὺ μετέφερε ὁ στρατιώτης, στὸν ὁποῖο ἔπεσε ὁ κλῆρος νὰ τὸν πάρη, κατὰ τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς χώρας ὀνομάζονται Κάρτβελοι[3], καὶ ὅπως οἱ γείτονές τους Ἀρμένιοι, καὶ πολλὲς ὀρεσίβιες φυλές, βρίσκονται στὴν ἀπάτη καὶ στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρείας.

Γ) Διάκονος τῆς Θεομήτορος

Αὐτὴ ἡ παλαιὰ διήγηση, εἰσῆλθε βαθιὰ στὴν καρδιὰ τῆς Ἁγίας Νίνας. Ἡμέρα καὶ νύχτα ὕψωνε θερμὲς προσευχὲς στὴν Παναγία Παρθένο, τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, νὰ τὴν ἀξιώσῃ νὰ δεῖ τὴν γῆ τῆς Γεωργίας, νὰ εὕρῃ καὶ νὰ προσκυνήσῃ τὸν χιτῶνα τοῦ ἀγαπητού Της Υἱοῦ, ἐπιθυμώντας νὰ παραδοθῇ στὰ Θεομητορικά Της χέρια, καὶ νὰ κηρύξει τὸ ἅγιον ὄνομά Του στοὺς ἐκεῖ εἰδωλολάτρες. Ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τὴν προσευχὴ τῆς δούλης Τῆς, ἔμφανίστηκε στὸν ὕπνο της καὶ τῆς εἶπε: Πήγαινε στὴν γῆ τῆς Γεωργίας, κήρυξε ἐκεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ εὕρεις τὸ ἔλεος Του καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι προστάτης σου. Ἀλλὰ πῶς μπορῶ ἐγώ, ῥώτησε ἡ ταπεινὴ κόρη, νὰ γίνω ὄργανο μιᾶς τέτοιας μεγάλης διακονίας, ἀφοῦ εἶμαι ἀδύναμη γυναῖκα;
Ἡ Παναγία, ἀφοῦ ἔδωσε στὴν Νίνα Σταυρὸ φτιαγμένο ἀπὸ κληματαριά, τῆς εἶπε: Λάβε αὐτὸν τὸν Σταυρό, αὐτὸς θὰ σοῦ εἶναι προστάτης καὶ φύλακας ἐναντίον ὅλων τῶν ὁρατῶν και ἀοράτων ἐχθρῶν· μὲ τὴν δύναμή του θὰ στήσῃς ἐκεῖ τὴν σωτήριο σημαία τῆς πίστεως τοῦ ἀγαπητοῦ μου Υἱοῦ καὶ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος· θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.

Ὅταν ξύπνησε ἀπὸ τὸ ὄνειρο ἡ Ἁγία Νίνα, καὶ εἶδε στὰ χέρια της τὸν θαυμάσιο Σταυρό, μὲ δάκρυα ἄρχισε νὰ τὸν ἀσπάζεται. Κατόπιν τὸν ἔβαλε στὰ μαλλιά της, καὶ πῆγε στὸν θεῖό της τὸν πατριάρχη. Τοῦ διηγήθηκε τὴν ἐμφάνιση τῆς Θεομήτορος καὶ τὴν ἐντολή Της νὰ πάη στὴν Γεωργία. Καὶ ἐκεῖ νὰ κηρύξη τὸ Εὐαγγέλιο τῆς αἰωνίου σωτηρίας. Ὁ μακάριος Πατριάρχης διέκρινε σὲ αὐτὸ τὸ ὅραμα πολὺ καθαρὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν ἀρνήθηκε στὴν νεαρὴ κόρη νὰ δώσῃ τὴν εὐλογία του νὰ ξεκινήσῃ γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως. Καὶ ὅταν ἔφθασε ὁ εὐλογημένος καιρὸς νὰ ἀναχωρήσῃ γιὰ τὸν μακρινό της δρόμο, τὴν ὁδήγησε ὁ Πατριάρχης στὸ Ἅγιο Βῆμα τοῦ Ναοῦ τοῦ Κυρίου καὶ ἀφοῦ ἔθεσε τὴν ἁγία δεξιά του στὸ κεφάλη της, προσευχήθηκε λέγοντας: Κύριε Θεέ, στὰ χέρια Σου παραδίδω αὐτὴν τὴν πτωχὴ παρθένο· τὴν ἀποστέλλω στὸ θεῖόν Σου κήρυγμα. Εὐδόκησον Χριστὲ ὁ Θεός, νὰ τῆς γίνης συνοδοιπόρος καὶ καθοδηγητής, ὁπουδήποτε τὸ στόμα της θὰ εὐηγγελίσῃ περὶ Σοῦ, καὶ δώρισε στὸν λόγο της δύναμη καὶ σοφία, στὸν ὁποῖο κανεὶς νὰ μὴν μπορῆ νὰ ἐναντιωθῇ ἢ νὰ ἀντειπῇ. Ἐσὺ Παναγία Θεοτόκε, ἡ βοήθεια καὶ προστασία ὅλων τῶν Χριστιανῶν, προστάτευε αὐτὴν τὴν ὁποία Ἐσὺ διάλεξες γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Υἱοῦ Σου ἀνάμεσα στὰ θεόμαχα φύλα, περιφρούρησέ την μὲ τὴν δική σου ὑψηλὴ δύναμη ἐναντίον τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν· γενοῦ παντονινὴ προστάτης καὶ ἀκαταμάχητος φρουρός της καὶ ἄς τὴν ἀφήσῃ τὸ ἔλεός σου, ἕως ὅτου ὁλοκληρώσῃ τὴν ἁγία θέλησή σου.


Δ) Ἡ Ἁγία Ῥιψιμία καὶ τὸ μαρτύριό της

Ἐκείνες τὶς μέρες ἀναχωροῦσαν ἀπὸ τὴν Ἁγία Πόλη γιὰ τὴν Ἀρμενία, 53 κοπέλες φίλες, μαζὶ μὲ τὴν κόρη τοῦ βασιλέα Ῥιψιμία, καὶ τὴν καθοδηγήτριά της Γαϊανή, ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ποὺ θέλησε νὰ νυμφευθῆ τὴν Ῥιψιμία, ἡ ὁποία εἶχε ὑποσχεθῆ παρθενία.

Μὲ αὐτὲς τὶς ἁγίες παρθένες ἡ Ἁγία Νίνα ἔφθασε μέχρι τὴν Ἀρμενία καὶ τὴν πρωτεύουσα Βαγκαρσαπάτ[4]. Βρῆκαν κατάλυμα ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, κοντὰ σὲ μία κατοικία οἰνοπαραγωγοῦ καὶ γιὰ τροφὴ εἶχαν ὅτι συγκέντρωναν μὲ κόπο τὰ χέρια τους.

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ὁ Διοκλητιανός, πληροφορήθηκε ὅτι ἡ Ῥιψιμία κρύβεται στὴν Ἀρμενία. Ἔστειλε γράμμα στὸν βασιλιὰ τῆς Ἀρμενίας Τηριδάτη[5], γιὰ νὰ βρῆ τὴν Ῥιψιμία καὶ νὰ τὴν στείλη στὴν Ῥώμη. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Τηριδάτη γρήγορα τὴν ἀνακάλυψαν. Σὰν τὴν εἶδε ὁ βασιλιάς, θέλησε νὰ τὴν κάνει γυναίκα του. Ὅμως ἡ Ἁγία τοῦ εἶπε χαριτολογώντας: Ἐγὼ ἔχω νυμφευθεῖ τὸν Οὐράνιον Νυμφίον Χριστό, καὶ πῶς ἐσὺ ὁ μιαρὸς θὰ κρατήσῃς στὰ χέρια σου τὴν Νύμφη τοῦ Χριστοῦ;

Γεμάτος μὲ φοβερὴ σκότωση, θυμὸ καὶ ὀργή, ὁ Τηριδάτης διέταξε νὰ βασανίσουν τὴν Ἁγία. Τὴν ἔῤῥιξαν σὲ πολλὰ και φοβερὰ βάσανα, τῆς ἔκοψαν τὴν γλῶσσα, τῆς ἔβγαλαν τὰ μάτια καὶ ὅλο τὸ σῶμά της τὸ ἔκοψαν σὲ κομμάτια. Τὴν ἴδια τύχη εἶχαν καὶ οἱ φίλες της καὶ ἡ Γαϊανή[6].

Μόνο ἡ Ἁγία Νίνα μὲ θαυμαστὸ τρόπο σώθηκε ἀπὸ τὸν θάνατο· ὁδηγήθηκε ἀπὸ ἀόρατο χέρι, καὶ κρύφτηκε θαυματουργικὰ κατὰ τὴν ταραχὴ στὰ κλαδιὰ μιᾶς ἄγριας τριανταφυλλιᾶς.

Ταρασσόμενη ἀπὸ φόβο καὶ ἱκετεύοντας γιὰ τὶς φίλες της, ὕψωσε στὸν οὐρανὸ τὰ δακρυσμένα μάτια της, καὶ εἶδε οὐρανόσταλτο Ἄγγελο, ντυμένο μὲ φωτεινὸ ὀράριο. Συνοδευόμενος ἀπὸ πλῆθος οὐρανίων δυνάμεων, κατέβηκε ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, κρατώντας στὰ χέρια του εὐωδιάζων θυμιατήριο, ἐνῶ ἀπὸ τὴν γῆ, ὡσὰν σὲ συνάντησή του, ἀνέβαιναν οἱ ψυχὲς τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, οἱ ὁποῖες περιπτύχθηκαν μὲ τὶς φωτεινὲς οὐράνιες δυνάμεις, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὲς ἀνῆλθαν στὸν οὐρανό.

Κύριε! Κύριε! θρηνοῦσα ἔκραζε ἡ Ἁγία Νίνα ὅταν εἶδε αὐτά· γιατὶ ἐμένα τὴν ἄτυχη ἐγκαταλείπεις στὸ μέσον αὐτῶν τῶν ἐχιδνῶν καὶ φιδιῶν;

Ὅμως ὁ Ἄγγελος τῆς ἀπάντησε: Μὴ θλίβεσαι, μόνο περίμενε λίγο, γιατὶ καὶ ἐσὺ θὰ ὁδηγηθῆς στὴν Βασιλεία τοῦ Κυρίου τῆς δόξης, ὅταν αὐτὴ ἡ ἄγρια καὶ ἀκανθωτὴ τριανταφυλιά ποὺ σὲ περιβάλλει, καλυφτῆ ἀπὸ εὐωδιαστὰ ἄνθη, ὅπως ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν φυτευθῆ στὸν κῆπο. Ὅμως τώρα σήκω καὶ πήγαινε πρὸς τὰ βόρεια,ὅπου ὑπάρχει πολὺς θερισμός, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν ἐργάτες.
Ε) Τὸ ξεκίνημα καὶ τὸ θεϊκὸ ὅραμα

Ἡ Ἁγία Νίνα ὑπάκουσε, καὶ μόνη της ξεκίνησε γιὰ τὴν μακρυνὴ ὁδό. Μετὰ ἀπὸ μακρὺ δρόμο, ἔφτασε στὴν ὄχθη κάποιου ποταμοῦ Κούρ[7], ὁ ὁποῖος ποτίζει τὸ μέσον ὅλης τῆς Γεωργίας, ῥέοντας ἀπὸ τὰ Δ πρὸς τὰ ΒΝ, ἕως τὴν Κασπία θάλασσα, κοντὰ στὸν καταυλισμὸ τῶν Δερβίσηδων (Χέρτβισι). Τσοπάνοι, ἔδωσαν στὴν κουρασμένη ξένη λίγη τροφή.

Μιλοῦσαν ἀρμενικά, ἡ Νίνα εἶχε μάθει αὐτὴν τὴν γλώσσα ἀπὸ τὴν γερόντισσα Νιαφόρα. Ῥώτησε τοὺς βοσκούς: Ποῦ βρίσκεται ἡ πόλη Μτσχέτα, καὶ πόσο μακριὰ εἶναι ἀπὸ ἐδῶ; Ἐκεῖνος τῆς ἀπάντησε: Προχωρώντας ἀρκετὰ κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ, θὰ δεῖς τὴν πόλη Μτσχέτα, ὅπου οἱ θεοί μας δοξάζονται καὶ οἱ βασιλεῖς μας βασιλεύουν.

Καὶ συνέχισε τὸν δρόμο της. Μιὰ μέρα, κουρασμένη, κάθισε σὲ μία πέτρα σκεπτόμενη τὴν ζωή της. Ποῦ τὴν ὁδηγεῖ ὁ Κύριος; Ποιοί θὰ εἶναι οἱ καρποὶ τῶν κόπων της; Μήπως εἶναι μάταιο τὸ τόσο μακρυνὸ καὶ πολὺ δύσκολο ταξίδι της; Μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις, ἀποκοιμήθηκε σὲ ἐκεῖνον τὸν βράχο, καὶ εἶδε σὲ ὅραμα ἕναν ἄνθρωπο, μὲ ἐξαίσιο πρόσωπο, τὰ μαλλιά του ἔπεφταν ἕως τοὺς ὤμους, στὰ χέρια κρατοῦσε εἰλητάριο στὰ ἑλληνικά. Ἄνοιξε τὸν ῥολό, τὸν ἔδωσε στὴν Ἁγία, τῆς εἶπε νὰ τὸν διαβάση καὶ ἔγινε ἄφαντος. Μόλις ξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνο, εἶδε στὸ χέρι της τὸ εἰλητάριο καὶ ἡ Ἁγία Νίνα διάβασε σὲ αὐτὸ τὰ εὐαγγελικὰ λόγια:

Ἀμὴν λέγων ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῆ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦτον ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ λαληθήσεται καὶ ὅ ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς (Ματθ. 26,13). Οὐκ ἕνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ἡμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ (Γαλ. 3,28). Λέγει ὁ Ἰησοῦς ταῖς γυναιξί: μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου (Ματθ. 28,10). Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με (Ματθ. 10,40). Ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν, οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν (Λουκ. 21,15). Καὶ μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι. (Ματθ. 10,28). Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν (Ματθ. 28,19-20).

Ἐνδυναμώθηκε καὶ παρηγορήθηκε ἡ Ἁγία Νίνα καὶ συνέχισε τὸν δρόμο της μὲ θαῤῥος καὶ νέο ζῆλο.

Καταβεβλημένη ἀπὸ τὶς δυσκολίες, τὴν ταλαιπωρία, τὴν πείνα, τὴν δίψα καὶ τὸν φόβο ἀπὸ τὰ θηρία, ἔφτασε στὴν ἀρχαία πόλη τῆς Καρτάλης Οὔμπνις ὅπου ἔμεινε ἕνα μῆνα σὲ ἐβραϊκὴ συνοικία, μελετῶντας τὴν φύση, τὰ ἔθιμα καὶ τὴν ἄγνωστη γιὰ αὐτὴν γλῶσσα τοῦ λαοῦ.

ΣΤ) Τὸ θαῦμα τῆς συντριβῆς τῶν εἰδώλων

Μιὰ μέρα πληροφορήθηκε ὅτι ὅλος ὁ ἀνδρικὸς πληθυσμὸς τῆς πόλεως καὶ τῶν περιχώρων ἑτοιμάζεται νὰ πάει στὴν πρωτεύουσα Μτσχέτα, γιὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς μισητοὺς θεούς τους. Μαζί τους πῆγε καὶ ἡ Ἁγία Νίνα. Ἀλλὰ στὴν εἴσοδο τῆς πόλης, συνάντησε τὸν βασιλέα Μιριάν, καὶ τὴν βασίλισσα Νάνα, μὲ συνοδεία ὑπηρετῶν καὶ πλῆθος λαοῦ. Κατευθύνονταν στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸ ἄψυχο εἴδωλο, τὸ ἐπονομαζόμενο Ἀρμάζ, τὸ ὁποῖο βρισκόνταν στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πόλη.

Ἡ ἡμέρα ἦταν αἰθρία. Ἐκείνη ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς σωτηρίας ἀθλήσεως τῆς Ἁγίας Νίνας γιὰ τὴν γῆς τῆς Γεωργίας, ἐπίσης ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς κυριαρχίας τοῦ μισητοῦ εἰδώλου Ἀρμάζ. Παρασυρμένη ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἡ Ἁγία Νίνα κατευθύνθηκε πρὸς τὸν βουνό, μέχρι τὸν ναὸ τῶν εἰδώλων. Ἀναζήτησε ἕνα κατάλληλο τρόπο γιὰ νὰ βλέπει τὸ ἐπιβλητικὸ εἴδωλο τοῦ Ἀρμάζ. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔβλεπε ἕνα ὁμοίωμα ἀνθρώπου μὲ ἀσυνήθιστο ὕψος, ἐπικαλυμένο μὲ χρυσό, καὶ χαλκό, στὸ κεφάλι εἶχε κράνος χρυσό· τὰ μάτια του ἦταν τὸ ἕνα ἀπὸ διαμάντι, τὸ ἄλλο ἀπὸ σμαράγδι, πολύ ἀκριβὰ καὶ λαμπερά. Στὴν δεξιὰ μεριὰ βρισκόταν ἄλλο ἕνα μικρότερο εἴδωλο χρυσό, μὲ τὸ ὄνομα Κάτσι, καὶ στὰ ἀριστερὰ ἄλλο ἕνα εἴδωλο μικρὸ μὲ τὸ ὄνομα Γαΐμ.

Ὁ βασιλέας καὶ ὅλος ὁ πολυάριθμος λαός, στεκόνταν ἐνώπιον τῶν εἰδώλων μὲ ἀνόητο φόβο σεβασμὸ καὶ ὑπομονή, ἐνῶ οἱ ἱερεῖς ἑτοίμαζαν τὶς αἱματηρὲς θυσίες. Ὅταν τὶς ἑτοίμασαν, θυσίασαν μὲ θυμίαμα, ἔτρεξε τὸ αἷμα τῶν θυσιῶν καὶ ἤχησαν τὰ τύμπανα καὶ οἱ τρομπέτες. Τότε ὁ βασιλέας καὶ ὁ λαὸς ἔπεσαν καταγῆς ἐνώπιον τῶν ἄψυχων εἰδώλων. Μὲ τὸν ζῆλο τοῦ Ἠλία ἄναψε ἡ καρδιὰ τῆς Ἁγίας παρθένου. Ἀναστέναξε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της, ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμούς της πρὸς τὸν οὐρανὸ γεμάτα δάκρυα καὶ προσευχήθηκε ἔτσι:

Παντοδύναμε Θεέ, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου ὁδήγησε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἐπίγνωσή Σου, Σοῦ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ! Σύντριψε αὐτὰ τὰ εἴδωλα ὅπως ὁ ἄνεμος σκορπίζει τὸ χορτάρι καὶ τὴν στάχτη, ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς! Ἐπίβλεψον Ἐλεῆμον σὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους Ἐσὺ ἔπλασες μὲ τὴν παντοδύναμο δεξιά Σου, καὶ τοὺς δώρησες τὴν θείαν Εἰκόνα Σου. Κύριε καὶ Δέσποτα, Ἐσὺ τόσο ἀγάπησες τὸ δημιούργημά Σου, ὥστε τὸν Υἱόν Σου τὸν Μονογενή, ἔδωσες γιὰ τὴν σωτηρία αὐτοῦ τοῦ πεπτωκότος· σῶσε τὶς ψυχὲς καὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων Σου, ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἐξουσία τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους, ὁ ὁποῖος τύφλωσε τοὺς ὀφθαλμούς τους μὲ τὸ σκότος τῆς ἄγνοιας, γιὰ νὰ μὴν γνωρίσουν τὴν ἀληθινὴ ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Εὐδόκησε Κύριε, ὤστε οἱ ὀφθαλμοί μου νὰ δοῦν τὴν καταστροφὴ τῶν εἰδώλων ποὺ στέκονται ἐδῶ ὑπερήφανα· κάνε ὥστε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, νὰ δοῦν τὴν σωτηρία ποὺ ἐκχέεται ἀπὸ Σένα. Ἄς ἐπιστρέψουν σὲ Σένα, ἀπὸ τὸν βοῤῥὰ καὶ τὸν νότο, καὶ ἄς Σε προσκυνήσουν ὅλοι οἱ λαοί, τὸν μόνον προαιώνιο Θεό, καὶ τὸν Μονογενή Σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, στὸν ὁποῖο ἀνῆκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας!

Καὶ ἐνῶ ἡ προσευχή της βρισκόταν στὰ χείλη της, ἐμφανίστηκα ἀπὸ τὰ δυτικὰ σκοτεινὰ σύννεφα μὲ βροχή, ταράζοντας τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ Κούρα. Βλέποντας τὸν κίνδυνο, ὁ βασιλέας καὶ ὁ λαὸς ἔτρεξαν νὰ κρυφτοῦν, ἐνῶ ἡ Νίνα κρύφτηκε σὲ ἕνα στένωμα τοῦ ὄρους. Ἐμφανίστηκαν βαριὰ σύννεφα μὲ ἀστραπὲς καὶ βροντές, ὅπου ξέσπασαν πάνω στὸν εἰδωλολατρικὸ ναό· τὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα στέκονταν μὲ ὑπερηφάνεια, γκρεμίστηκαν, ὁ ναὸς ἔπεσε, καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ καταστροφὴ ὁδήγησε στὴν ἰσοπέδωση ὅλων, ὥστε νὰ μὴν μείνει οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὰ εἴδωλα καὶ τὸν ναό τους. Ἡ Ἁγία Νίνα, μὲ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ, κρύφτηκε ἀβλαβὴς στὸ στένωμα, καὶ ἥσυχα παρατηροῦσε τριγύρω της πὼς ξαφνικὰ σταμάτησε νὰ βρέχη καὶ πέρασε ἡ καταιγίδα· καὶ πὼς πάλι στὸν οὐρανὸ ἐμφανίστηκε νὰ λάμπει ὁ ἥλιος. Αὐτὸ συνέβη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐνδόξου Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἀληθινὸ φῶς τοῦ Θαβώρ, ποὺ ἔλαμψε γιὰ πρώτη φορὰ στὰ ὄρη τῆς Γεωργίας, μεταμόρφωσε τὸ σκότος τῶν εἰδωλολατρῶν σὲ φῶς Χριστοῦ.

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ὁ βασιλιὰς μὲ τὸν λαό, ματαίως ἀναζητοῦσαν τοὺς θεούς τους. Καὶ μὴ βρίσκοντάς τους ἔλεγαν: Μεγάλος ὁ θεὸς Ἀρμάζ, ἀλλὰ ὑπάρχει κάποιος ἄλλος Θεὸς μεγαλύτερος ἀπὸ αὐτόν, ὁ ὁποῖος τὸν κατενίκησε. Ἄραγε, μήπως εἶναι ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, ὁ ὁποῖος καὶ τὶς ἀρχαίες θεότητες τῶν Ἀρμενίων ἐταπείνωσε καὶ τὸν βασιλέα Τηριδάτη μετέστρεψε στὸν Χριστιανισμό; Ἀλλὰ στὴν Γεωργία κανεὶς ποτὲ δὲν ἄκουσε γιὰ τὸν Χριστό, οὔτε κάποιος κήρυξε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἐνώπιον ὅλων τῶν θεοτήτων.

Ζ) Ἡ εἴσοδος τῆς Ἁγίας στὴ Μτσχέτα

Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες ἡ Ἁγία εἰσῆλθε στὴν πόλη Μτσχὲτα σὰν ξένη, ὀνομάζοντας τὸν ἑαυτό της αἰχμάλωτη, δούλη, καὶ κατευθύνθηκε στὸν βασιλικὸ κῆπο. Ἡ γυναῖκα τοῦ κηπουροῦ ἡ Ἀναστασία, βγῆκε σὲ συνάντησή της σὰν γνωστὴ ἀπὸ τὰ παλιά, ποὺ τὴν περίμενε γιὰ πολύ, τὴν ἀσπάστηκε καὶ τὴν ὁδήγησε στὸ σπίτι της. Τότε τῆς ἔπλυνε τὰ πόδια, τῆς ἄλειψε τὸ κεφάλι μὲ λάδι, καὶ τῆς πρόσφερε ψωμὶ καὶ κρασί. Ἡ Ἀναστασία καὶ ὁ σύζυγός της παρεκάλεσαν τὴν Νίνα νὰ παραμείνη στὸ σπιτικό τους ὡς ἀδελφή, γιατὶ δὲν εἶχαν παιδιά, καὶ ἡ μοναξιά τους ἦταν δύσκολη. Ἀργότερα, ὁ κηπουρὸς ἔφτιαξε γιὰ τὴν Ἁγία Νίνα σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία της μιὰ μικρὴ καλύβα στὴν γωνία τοῦ κήπου, ὅπου μέχρι σήμερα ὑπάρχει μικρὴ ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Νίνας, στὸ προαύλιο τῆς γυναικείας μονῆς τοῦ Σαμτάβρσκογ. Ἐκεῖ ἔβαλε τὸν σταυρὸ ποὺ τῆς ἔδωσε ἡ Θεοτόκος, καὶ παιρνοῦσε τὶς ἡμέρες καὶ τὶς νύκτες μὲ προσευχὲς καὶ ὕμνους.

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν καλύβα, ἄρχισαν νὰ φανερώνονται μιὰ σειρὰ ἀπὸ θαύματα τῆς Ἁγίας, πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ.

Πρῶτα μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ στὴν Γεωργία, ἔγιναν τὸ τίμιο ζευγάρι τὸ ὁποῖο ἔδωσε κατάλυμα στὴν δούλη τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν προσευχὴ τῆς Ἁγίας Νίνας λύθηκε ἡ στειρότητα τῆς Ἀναστασίας, καὶ ἔγινε μητέρα μεγάλης καὶ εὐλογημένης οἰκογένειας· καὶ πρώτη ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστό, ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Γεωργίας.

Η) Ὁ χιτώνας τοῦ Κυρίου

Κάποια μητέρα, κλαίγοντας καὶ ὀδυρομένη, ἔφερε στοὺς δρόμους τῆς πόλης τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της, ἱκετεύοντας γιὰ βοήθεια. Ἡ Ἁγία Νίνα πῆρε τὸ παιδί, τὸ ἔβαλε στὸ κρεββάτι της ποὺ ἦταν ἀπὸ φυλλώματα καὶ προσευχήθηκε, ἔβαλε πάνω τὸν σταυρό της ποὺ ἦταν ἀπὸ κλήμα ἀμπελιοῦ καὶ τὸ παρέδωσε στὴν θρηνοῦσα μητέρα ζωντανὸ καὶ ὑγιές.

Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἄρχισε ἡ Ἁγία Νίνα φανερὰ καὶ μὲ δύναμη νὰ κηρύττη τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ καλεῖ τοὺς Γεωργιανοὺς εἰδωλολάτρες καὶ Ἑβραίους σὲ μετάνοια καὶ πίστη στὸν Χριστό. Σὲ ὅλους ἔγινε γνωστὴ ἡ εὐσεβὴς δίκαιη καὶ πάνσοφη ζωή της, ἐνῶ ἡ καρδία της, οἱ ὀφθαλμοί της, καὶ ἡ ἀκοή της ἦταν στραμμένη στὸν λαό. Πολλὲς γυναῖκες, ἰδιαιτέρως Ἑβραῖες, ἔφθαναν συχνά, γιὰ νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ μελίῤῥυτο στόμα της τὴν διδασκαλία γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία, καὶ τὸ μυστήριο τῆς πίστης στὸν Χριστό. Αὐτὲς ἦταν: ἡ Σιδωνία, κόρη ἤ ἀδελφή τοῦ ἀρχιερέως τῶν Καταλινῶν Ἀβιάθαρ καὶ ἄλλες ἕξι Ἑβραῖες γυναῖκες. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀβιάθαρ, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς Ἁγίας Νίνας πὼς στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐκπληρώθηκαν ὅλες οἱ προφητείες περὶ τοῦ Μεσσία. Ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ἀβιάθαρ: Ὁ νόμος τοῦ Μωϋσεως καὶ οἱ Προφήτες, ὁμίλησαν γιὰ τὸν Χριστό, τὸν ὁποῖο ἐγὼ κηρύττω· εἶπε ἡ Ἁγία Νίνα. Αὐτὸς εἶναι τὸ πλήρωμα καὶ ὁ ἐκπληρωτὴς τοῦ νόμου. Καὶ ἄρχισε ἀπὸ την δημιουργία τοῦ κόσμου, ὅπως τὰ βιβλία μᾶς ἀναφέρουν, μοῦ ἑρμήνευσε αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ γυναίκα ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς ἑτοίμασε γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, διὰ τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Μεσσία, ὁ ὁποῖος πραγματικὰ εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱὸς τῆς Ἀπειράνδρου γυναικός, ὅπως οἱ Προφῆτες προφήτεψαν. Αὐτόν, οἱ πατέρες μας ἀπὸ φθόνο τὸν σταύρωσαν καὶ τὸν θανάτωσαν. Ἀλλὰ Ἐκεῖνος ἀναστήθηκε, ἀνελήφθηκε στοὺς οὐρανούς, καὶ πάλι θὰ ἔλθη στὴν γῆ μετὰ δόξης. Αὐτὸς εἶναι ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν καὶ ἡ δόξα τοῦ Ἰσραήλ. Στὸ ὄνομα Αὐτοῦ ἡ Ἁγία Νίνα μπροστὰ στὰ μάτια μου ἔκανε πολλὰ θαύματα καὶ σημεῖα, τὰ ὁποῖα μόνο ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ κάνει.

Συχνά, συνομιλώντας μὲ τὸν Ἀβιάθαρ, ἡ Ἁγία Νίνα πληροφορήθηκε ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἑξῆς διήγηση γιὰ τὸν χιτώνα τοῦ Χριστοῦ: Ἄκουσα ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου, καὶ αὐτοὶ πάλι ἀπὸ τοὺς δικούς τους γονεῖς καὶ προπάτορες, ὅτι κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ Ἡρώδη στὴν Ἱερουσαλήμ, ἔφθασε εἴδηση στοὺς Ἑβραίους της Μτσχέτα, ὅτι στὴν Ἱερουσαλὴμ πῆγαν οἱ βασιλεῖς τῆς Περσίας, καὶ ἀναζητοῦσαν ἕνα νεογέννητο ἀγόρι ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Δαβίδ, γεννημένο ἐκ γυναικὸς μόνο, δίχως πατέρα, καὶ τὸ ὀνόμαζαν ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. Τὸ βρῆκαν στὴν Βηθλεέμ, στὴν πόλη τοῦ Δαβίδ, σὲ πτωχικὴ οἰκία, καὶ τοῦ πρόσφεραν δῶρα, βασιλικὸ χρυσό, σμύρνα, καὶ εὐωδιαστὸ λιβάνι. Ἀφοῦ Τὸν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους.

Τριάντα χρόνια μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὁ προπάππος μου Ἐλιόζ, ἔλαβε ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα Ἄννα ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ αὐτὸ τὸ γράμμα· Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον οἱ βασιλεῖς τῆς Περσίας ἐπισκέφθηκαν μὲ δῶρα καὶ προσκύνησαν, ἔφθασε σὲ ὥριμη ἡλικία, και ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται ὡσὰν νὰ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἐλᾶτε λοιπὸν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ δεῖτε τὸν θάνατό του, τὸν ὁποῖο θὰ γευθῆ κατὰ τὸν νόμο τοῦ Μωϋσέως. Ὅταν ὁ Ἐλιὸζ μὲ πολλοὺς ἄλλους ἑτοιμάστηκε νὰ πάει στὰ Ἱεροσόλυμα, τότε ἡ μητέρα του, εὐλογημένη γερόντισσα ἀπὸ τὸ γένος τοῦ ἀρχιερέως Ἠλία, εἶπε· πήγαινε παιδί μου στὴν βασιλικὴ πρόσκληση, ἀλλὰ σὲ ἱκετεύω νὰ μὴν συμμετάσχης στὴν καταδίκη ἐκείνων τῶν ἀδίκων κατὰ ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἑτοιμάζονται νὰ θανατώσουν, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῶν Προφητῶν, ἡ διδασκαλία τῶν σοφῶν, τὸ μυστήριο τὸ κεκρυμμένο ἀπ᾿ ἀρχῆς τῶν αἰώνων, τὸ φῶς τῶν ἐθνῶν καὶ ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος.

Ὁ Ἐλιὸζ μαζὶ μὲ τὸν Λογγῖνο Καρενίϊσκι, ταξίδεψε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν παρὼν κατὰ τὴν Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία ἦταν στη Μτσχέτα, παραμονὲς τοῦ Πάσχα, ἔξαφνα ἔνιωσε στὴ καρδιά της ὡσὰν κτύπημα τσεκουριοῦ, τὸ ὁποῖο κόβει τὴν κληματαριά, καὶ ἔπεσε μὲ θόρυβο λέγοντας· τώρα ἔπεσε ἡ βασιλεία τοῦ Ἰσραήλ, γιατὶ παρέδωσαν στὸ θάνατο τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτὴ τοῦ λαοῦ του, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τώρα θὰ εἶναι ἔνοχος γιὰ τὸ Αἷμα τοῦ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Κυρίου του. Ὀδυνηρὸ γιὰ μένα ποὺ δὲν πέθανα πρὶν ἀπὸ αὐτό! Δὲν θὰ ἄκουγα αὐτὸν τὸν φοβερὸ κτύπο! Ὤ, δὲν θὰ δῶ στὴν γὴ τὴν δόξα τοῦ Ἰσραήλ. Λέγοντας αὐτά, ξεψύχησε.

Ὁ δὲ Ἐλιόζ, ὁ ὁποῖος ἦταν μπροστὰ στὴν σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, ἔλαβε τὸν χιτῶνά Του ἀπὸ τὸν Ῥωμαῖο στρατιώτη, στὸν ὁποῖο ἔτυχε μὲ κλῆρο καὶ τὸν ἔφερε στη Μτσχέτα. Ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἐλιὸζ Σιδωνία, χαιρέτησε τὸν ἀδελφό της ποὺ ἔφθασε ὑγιής, τοῦ διηγήθηκε γιὰ τὸν ξαφνικὸ καὶ θαυμαστὸ τρόπο ποὺ πέθανε ἡ μητέρα τους καὶ γιὰ τὰ πρὸ τοῦ θανάτου λόγια της. Ὅτα ὁ Ἐλιὸζ ἐπιβεβαίωσε τὴν προαίσθηση τῆς μητέρας τους περὶ τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔδειξε στὴν ἀδελφή του τὸν χιτῶνα τοῦ Κυρίου, ἡ Σιδώνία τὸν πῆρε καὶ ἀφοῦ τὸν ἀσπάστηκε μὲ δάκρυα καὶ τὸν ἔσφιγγε στὸ στῆθός της, ἀμέσως ἔπεσε νεκρή. Καμιὰ ἀνθρώπινη δύναμη δὲν μπόρεσε νὰ πάρει ἀπὸ τὰ χέρια τῆς νεκρῆς αὐτὸ τὸ ἱερὸ ἔνδυμα. Οὔτε ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς Ἀβέρκιος, ὁ ὁποῖος μὲ τοὺς ἀξιωματούχους του ἔφθασε γιὰ νὰ δῆ τὸν παράδοξο θάνατο τῆς κόρης, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ πάρη ἀπὸ τὰ χέρια της τὸν χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς μέρες ὁ Ἐλιὸζ ἔθαψε τὴν ἀδελφή του καὶ μαζῖ μὲ αὐτην τὸν χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ ἔκανε κατὰ μυστικὸ τρόπο, ὥστε ὡς σήμερα κανεὶς νὰ μὴν γνωρίζει τὸν τόπο ποὺ εἶναι θαμμένη. Ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι αὐτὸς ὁ τόπος βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ βασιλικοῦ κήπου, ποὺ ἀπὸ ἐκείνον τὸν καιρὸ μεγάλωσε καὶ ὑπάρχει μὲχρι σήμερα δροσερὸς κέρδος. Καταφθάνουν οἱ ἄνθρωποι, πιστεύοντάς τον ὡσὰν κάποια μεγάλη δύναμη. Κατὰ τὰ λοιπά, δὲν γνωρίζω ἂν τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι.

Θ) Τὸ ὅραμα μὲ τὰ πουλιά

Ἀκούγοντας αὐτὰ ἡ Ἁγία Νίνα, πήγαινε τὴν νύκτα γιὰ προσευχὴ στὴν σκιὰ αὐτοῦ τοῦ κέδρου. Ἀλλὰ εἶχε ἀμφιβολία ἂν στὶς ῥίζες του βρισκόταν κρυμμένος ὁ χιτώνας τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως, ἀπὸ ἕνα μυστηριώδες ὅραμα, τὸ ὁποῖο εἶδε ἐκεῖ, βεβαιώθηκε ὅτι ἐκεῖνος ὁ τόπος εἶναι ἅγιος καὶ κρύβει κάτι θαυμαστό. Ἔτσι, ὅταν κάποτε τελείωσε τὶς μεσονύκτιες προσευχές της, ἡ Ἁγία Νίνα εἶδε ὅτι ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς πετοῦσαν στὸν βασιλικὸ κῆπο σμήνη μαύρων πουλιῶν, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πήγαιναν στὸν ποταμὸ Ἄραβγι[8], καὶ λούζονταν στὰ νερά του. Κατόπιν πετοῦσαν ψηλά, ἀλλὰ φαίνονταν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι. Τότε κατέβαιναν στὰ κλαδιὰ τοῦ κέδρου καὶ γέμιζαν τὸν κῆπο μὲ παραδείσιους ὕμνους.

Αὐτὸ ἦταν φανερὸ σημάδι ὅτι οἱ γύρω λαοὶ θὰ ἁγιασθοῦν στὸ νερὸ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ κέδρος, θὰ γίνῃ ναὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅπου παντοτινὰ θὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἐπίσης, εἶδε σὰν νὰ γίνεται σεισμὸς στὰ βουνὰ Ἀρμὰζ καὶ Ζαντέν, καὶ ἰσοπεδώθηκαν. Ἀκόμα, ἄκουσε φοβεροὺς θορύβους καὶ τριγμοὺς πολυάριθμων δαιμόνων, μὲ μορφὴ Περσῶν στρατιωτῶν, σὰν νὰ ἔφτασαν στὴν πρωτεύουσα καὶ ἀκούστηκε φοβερὴ κραυγή, σὰν τὴν φωνὴ τοῦ βασιλιᾶ Χοσρόη, ὁ ὁποῖος διέταζε νὰ διαλυθοῦν τὰ πάντα. Ὅταν ἡ Ἁγία Νίνα ὕψωσε τὸν σταυρό, καὶ ἔκανε στὸν ἀέρα τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, εἶπε: Σιωπήστε δαίμονες, ἔληξε ἡ βασιλεία σας, γιατὶ ἰδοῦ ὁ Νικητής! ὅλοι οἱ θόρυβοι διαλύθηκαν μὲ μιάς.
Ο Καθεδρικός ναός Σβετιτσχοβέλι που χτίστηκε στο μέρος που βρίσκεται ο κέδρος της Αγίας Νίνας

Μὲ τὰ σημεῖα αὐτὰ βεβαιώθηκε ὅτι εἶναι κοντὰ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ τῆς Γεωργίας, ἡ Ἁγία Νίνα δὲν σταμάτησε νὰ κηρύττει στοὺς ἀνθρώπους τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Μαζί της κήρυτταν τὸ Εὐαγγέλλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ μαθητές της, ἰδιατέρως ἡ Σιδωνία καὶ ὁ πατέρας Ἀβιάθαρ. Αὐτὸς μὲ τέτοια δύναμη καὶ ζῆλο ἐμάχετο γιὰ τὸν Ίησοῦ Χριστό, μὲ τοὺς ὑψηλοὺς ὁμόθρησκους Ἑβραίους, ὥστε καὶ διωγμὸ ἀπὸ αὐτοὺς ὑπέμεινε, καὶ πῆραν ἀπόφαση νὰ τον θανατώσουν μὲ λιθοβολισμό. Μόνο ὁ βασιλὲας Μιριὰν τὸν ἔσωσε ἀπὸ τὸν θάνατο. Γιατὶ καὶ ὁ βασιλέας ἤδη εἶχε ἀποδεκτῆ στὴν καρδιά του τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Γνώριζε, ὅτι ἡ πίστη αὐτὴ θεμελιώθηκε ὄχι μόνο στὸ βασίλειο τῆς Ἀρμενίας ἄλλὰ ὅτι καὶ στὸ Ῥωμαϊκὸ κράτος μὲ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνο[9] μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν δύναμη τοῦ Σταυροῦ Του νίκησε ὅλους τοὺς ἐχθρούς του, καὶ ἔγινε Χριστιανὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν.

Ι) Ἡ θεραπεία τῆς βασίλισσας Νάνας

Ἡ Γεωργία ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βρισκόταν ὑπὸ τὴν ἐξουσία τῶν Ῥωμαίων καὶ στὴν Ῥώμη βρισκόταν ὡς ὅμηρος ὁ γιὸς τοῦ Μιριὰν Μπακάρ, γιὰ αὐτὸ ὁ Μιριάν, δὲν ἀπαγόρευσε στὴν Ἁγία Νίνα νὰ κηρύξει τὸν Χριστὸ στὴν πόλη του. Μόνο ἡ σύζυγος τοῦ Μίριαν, ἡ βασίλισσα Νάνα, γυναίκα δόλια, καὶ ἐπιπλέον φανατικὰ πιστὴ τῶν ἄψυχων εἰδώλων, ἦταν γεμάτη ἀπὸ κακία πρὸς τοὺς Χριστιανούς. Αὐτὴ καθιέρωσε ὑποχρεωτικὰ στὴν Γεωργία τὴν εἰδωλολατρικὴ θεότητα Ἀφροδίτη[10]. Ἀλλὰ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα τοὺς ἀδυνάτους θεραπεύει καὶ δίδει αὐτὸ ποὺ προσδοκᾶνε, γρήγορα θεράπευσε καὶ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἀῤῥώστια τῆς βασίλισσας. Ἡ βασίλισσα ἀῤῥώστησε, καὶ ὅσο οἱ γιατροὶ τὴν περιποιόντουσαν, τόσο ἡ ἀῤῥώστιά της χειροτερεύε καὶ ἡ βασίλισσα ἦταν ἕως θανάτου. Τότε οἱ συγγενεῖς της, βλέποντας τὸν μεγάλο κίνδυνο, τὴν παρεκάλεσαν νὰ καλέση τὴν ξένη ἐκείνη Νίνα, ἡ ὁποία μὲ τὴν προσευχή της στὸν Θεὸ ποὺ κήρυττε, θεράπευε κάθε μώλωπα καὶ κάθε ἀσθένεια.

Ἡ βασίλισσα διέταξε νὰ τῆς φέρουν ἐκείνη τὴν ξένη, Ἀλλὰ ἡ Ἁγία, δοκιμάζοντας τὴν πίστη τῆς βασίλισσας καὶ τὴν ταπείνωσή της, εἶπε στοὺς ἀπεσταλμένους: Ἄν ἡ βασίλισσα θέλει νὰ θεραπευθῆ, ἄς ἔρθει σὲ μένα ἐδῶ σὲ αὐτὴν τὴν καλύβα καὶ πιστεύω ὅτι μὲ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μου θὰ θεραπευθῆ. Ὑπάκουσε ἡ βασίλισσα και διέταξε νὰ τὴν μεταφέρουν μὲ φορεῖο στὴν καλύβα τῆς Ἁγίας. Γιὰ τὸ φορεῖο μερίμνησε ὁ γιός της Ρέβ, καὶ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ. Ὅταν ἔφθασαν, ἡ Ἁγία Νίνα εἶπε νὰ ἀφήσουν τὴν ἄῤῥωστη βασίλισσα πάνω στὸ κρεβάτι της ποὺ ἦταν ἀπὸ φυλλώματα, γονατίζει καὶ προσεύχεται θερμὰ στὸν Κύριο, τον ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων. Κατόπιν πῆρε τὸν σταυρό της, τὸν ἔβαλε στὸ κεφάλι τῆς ἄῤῥωστης, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὰ πόδια, στοὺς ὤμους καὶ στὴν πλάτη της, κάνοντας ἔτσι τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ἡ βασίλισσα σηκώθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ κρεβάτι ὑγιής. Καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἡ βασίλισσα ἀπέδωσε εὐχαριστίες στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Κατόπιν καὶ στὸν οἶκό της, ἐνώπιον τοῦ συζύγου της, ὁμολόγησε δημοσίως ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Τὴν Ἁγία Νίνα τὴν ἔκανε ἔμπιστη καὶ παντοτεινή της φίλη, τρέφοντας τὴν ψυχή της μὲ τὶς ἅγιες διδασκαλίες της. Τὸ ἴδιο ἡ βασίλισσα ἔφερε κοντά της καὶ τὸν σοφὸ γέροντα Ἀβιάθαρ καὶ τὴν κόρη του Σιδωνία, καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους δίδαξε τὴν πίστη καὶ τὴν εὐσέβεια.

ΙΑ) Ἡ μεταστροφὴ τοῦ βασιλέως Μιριάν

Ὁ βασιλὲας Μίριαν, γιὸς τοῦ Σάχη τῆς Περσίας Χοσρόη καὶ διάδοχος στὴν Γεωργία τῆς δυναστείας τῶν Σασανιδῶν, ἀκόμα ταλαντευόταν νὰ ὁμολογήση τὸν Χριστὸ ὡς Θεό, καὶ ἐμφανιζόταν ὡς ζηλωτὴς τῶν εἰδωλολατρῶν. Κάποτε δέ, θέλησε νὰ ἐξαφανίση τοὺς ὁμολογητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἁγία Νίνα. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔγινε γιὰ τὴν ἑξῆς αἰτία:

Ὁ κοντινὸς συγγενὴς τοῦ βασιλέα τῆς Περσίας, ἄνδρας λόγιος καὶ γνήσιος ὑποστηρικτὴς τῆς διδασκαλίας τοῦ Ζωροάστρου, ἐπισκέφθηκε ὡς φιλοξενούμενος τὸν βασιλέα Μιριάν. Ἀλλὰ στὸ σπίτι του ἀῤῥώστησε ἀπὸ βαριὰ ἀσθένεια, ἀπὸ τρέλλα. Φοβούμενος τὸν Πέρση βασιλεὰ ὁ Μίριαν ἔστειλε νὰ παρακαλέσουν τὴν Ἁγία Νίνα νὰ ἔρθη καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὸν πρίγκηπα. Ἐκείνη, διέταξε νὰ φέρουν τὸν ἄῤῥωστο κοντὰ στὸ κέδρο. Τὸν τοποθέτησε μὲ τὸ πρόσωπο πρὸς τὴν Ἀνατολή, μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα πρὸς τὸν οὐρανό, καὶ τὸν διέταξε νὰ πῆ τρεῖς φορές: Σὲ ἀρνοῦμαι σατανά, καὶ παραδίδομαι στὸν Χριστό, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Ὅταν εἶπε αὐτὰ ὁ μιαρός, τὰ πονηρὰ πνεύματα τὸν ἐτάραξαν καὶ τὸν ἔριξαν κάτω στὸ χώμα ὡσὰν νεκρό, ἀλλὰ μὴ ὑποφέροντας τὶς προσευχὲς τῆς Ἁγίας, ἐξῆλθε ἀπὸ αὐτόν. Ὁ πρίγκηπας ἔγινε καλά, καὶ πίστεψε στὸν Χριστό, καὶ ὡς χριστιανὸς πλέον ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του. Ὁ βασιλὲας Μίριαν, φοβήθηκε ἀπὸ αὐτὸ περισσότερο παρὰ ἀπ᾿ ὅτι ὁ πρίγκηπας θὰ πέθαινε, γιατὶ φοβήθηκε τὸν θυμὸ τοῦ Σάχη τῆς Περσίας ἐξαιτίας τῆς ἐπιστροφῆς στὸν Χριστὸ τοῦ συγγενοῦς του, στὸ σπίτι του. Ὁ Σάχης ἦταν ειδωλολάτρης. Γιὰ αὐτο ἀποφάσισε καὶ τὴν Ἀγία Νίνα νὰ θανατώσῃ και ὅλους τοὺς χριστιανοὺς τῆς πόλεως νὰ ἐξαφανίσῃ.

Κυριευμένος ἀπὸ θυμό, καὶ μὲ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ βασιλὲας γιὰ νὰ ξεθυμάνει, ἔφυγε γιὰ κυνήγι στὸ δάσος Μουχράν, 20 χιλιόμετρα ἀπὸ τη Μτσχέτα. Ἐκεῖ εἶπε στοὺς συνοδούς του: Ἐμεῖς ἐπισύραμε πάνω μας τὸν φοβερὸ θυμὸ τῶν θεῶν μας, γιατὶ ἐπιτρέψαμε στοὺς ἀνηλεεῖς χριστιανούς, νὰ κηρύττουν στὴν πατρίδα μας τὴν πίστη τους. Ἀλλὰ σήμερα μὲ τὴν μαχαίρα θὰ τοὺς ἐξαφανίσω ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσκυνοῦν τὸν Σταυρὸ καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο. Θὰ διατάξω καὶ τῆν βασίλισσα νὰ ἀρνηθῆ τὸν Χριστό. Ἄν δὲ ὑπακούση, θὰ τὴν θανατώσω καὶ αὐτὴν μὲ ἄλλους χριστιανούς.

Λέγοντας αὐτὰ, ὁ βασιλέας ἀνέβηκε στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ Τχότι. Καὶ ἰδού, ἡ λαμπρὴ ἡμέρα ξαφνικὰ μεταβλήθηκε σὲ σκότος· ἔγινε ταραχὴ παρόμοια μὲ ἐκείνη ποὺ κατέστρεψε τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀρχάζ, ἡ ἔκλειψη τοῦ ἡλίου τύφλωσε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ βασιλέα, καὶ ἡ βροντὴ διεσκόρπισε ὅλους τοὺς ὀφθαλμούς του. Ὅλος ἔντρομος ὁ βασιλέας κάλεσε σὲ βοήθεια τοὺς θεούς του. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν τὸν ἄκουσαν. Τότε, αἰσθάνθηκε πάνω του τὴν ἄκρη τῆς χειρὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ, καὶ ὁ βασιλέας φώναξε: Θεὲ τῆς Νίνας, ἀποδίωξε τὸ σκότος ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ ἐγὼ θὰ ὁμολογήσω καὶ θὰ δοξάζω τὸ ὄνομά Σου. Καὶ εὐθὺς εἶδε, καὶ ἡ καταιγίδα κόπασε. Θαυμάζοντας τὴν τόσο μοναδικὴ δύναμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὁ βασιλέας στράφηκε πρὸς τὴν ἀνατολή, ὕψωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανιὸ και μὲ δάκρυα ἔλεγε: Θεέ, Ἐσένα τὸν ὁποῖο ἡ δούλη Σου Νίνα Σὲ κηρύττει, Εσὺ πράγματι εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὑπεράνω ὅλων τῶν Θεοτήτων! Νὰ τώρα βλέπω τὴν μεγάλη ἀγαθότητά Σου σὲ μένα καὶ ἡ καρδιά μου αἰσθάνεται τὴν χαρά, τὴν παράκληση και τὴν ἐγγύτητά Σου σὲ μένα. Θεὲ φιλεύσπλαγχνε, σὲ αὐτὸν τὸν τόπο θὰ ὑψώσω τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ὥστε πάντοτε νὰ θυμίζη τὴν ἐμφάνισή Σου σὲ μένα κατὰ τὴν σημερινὴ ἡμέρα! Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη κατὰ μία μαρτυρία στὶς 6/5/319. Στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Τχότι ὣς σήμερα ὑπάρχει ναὸς τὸν ὁποῖον ἔκτισε ὁ βασιλέας Μίριαν.

Ἐπιστρέφοντας στὴν πρωτεύουσα καὶ προχωρώντας στὶς ὁδοὺς τῆς πόλης, ὁ βασιλέας φώναζε δυνατά: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀσπασθεῖτε τὸν Θεὸ τῆς Νίνας, τὸν Χριστό, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ αἰώνιος Θεός, καὶ Σὲ Αὐτὸν μόνο ἀνήκει κάθε δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας! Ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ γυναίκα ἡ ξένη, τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς εἶναι ὁ σωτήρας μου; Ἡ Ἁγία ἐκείνη τὴν ὥρα τελείωνε τὴν ἑσπερινὴ προσευχή της στὴν καλύβα της. Ὁ βασιλέας μαζὶ μὲ τὴν βασίλισσα ἡ ὁποία εἶχε βγεῖ σὲ προϋπάντησή του, καὶ πλῆθος λαοῦ, ποὺ γιὰ αὐτὸν εἶχε βγῆ στοὺς δρομους, ἔφτασαν ἕως τὴν καλύβα. Ὅταν ὁ βασιλέας εἶδε τὴν Ἁγία, ἔπεσε στὰ γόνατα, λέγοντας: Ὤ μητέρα μου δίδαξέ με καὶ κάνε με ἄξιο νὰ ἐπικαλοῦμαι τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου Θεοῦ σου, τοῦ Σωτῆρός μου! Σὲ ἀπάντησή του, δάκρυα ἀσυγκράτητα ἔτρεξαν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς Ἁγίας Νίνας. Ὅταν τὴν εἶδε νὰ κλαίει, ἔκλεγε καὶ ὁ βασιλιάς, καὶ ἡ βασίλισσα καὶ ὅλος ὁ λαός ποὺ ἦταν ἐκεῖ. Λέγει ἡ Σιδωνία, αὐτόπτης μάρτυς καὶ μετέπειτα συγγραφέας ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων: Σὰν θυμᾶμαι αὐτὲς τὶς ἱερὲς στιγμές, κάθε φορὰ δάκρυα πνευματικῆς χαρᾶς ἀπὸ μόνα τους τρέχουν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς μου.

Ἡ στροφὴ στὸν Χριστὸ τοῦ βασιλέα Μίριαν, ὑπῆρξε ἀποφασιστικὴ καὶ ἀμετάκλητη. Αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐξέλεξε γιὰ καθοδηγητὴ καὶ διαφωτιστὴ ταῦ λαοῦ τῆς Γεωργίας, μὲ τὸ φῶς τῆς ἁγίας πίστεως, ὅπως κατὰ τὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα ἐξέλεξε γιὰ τοὺς Ῥωμαίους καὶ τοὺς Ἕλληνες τὸν βασιλέα Μεγάλο Κωνσταντῖνο. Χωρὶς καθυστέρηση, ὁ Μίριαν ἔστειλε στὸν Κωνσταντῖνο τοὺς ἀπεσταλμένους του, παρακαλώντας νὰ τοῦ στείλη ἀρχιερέα καὶ ἱερεῖς, γιὰ νὰ βαπτίσουν τον λαό, νὰ τὸν διδάξουν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἱδρύσουν καὶ νὰ θεμελιώσουν στὴν Γεωργία, τὴν Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ.

ΙΑ) Ὁ θαυματουργὸς στῦλος

Ἡ Ἁγία Νίνα, ἕως νὰ ἔλθουν οἱ ἀπεσταλμένοι μὲ τοὺς ἱερεῖς, ἀκούραστα δίδασκε στὸν λαὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, μαθαίνοντάς τους ἔτσι τὴν ἀληθινὴ ὁδὸ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν καὶ τὴν κληρονομία τῆς οὐρανίου βασιλείας. Τοὺς δίδασκε νὰ προσεύχονται στὸν Θεὸ καὶ Χριστό, προετοιμάζοντάς τους μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο γιὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.

Ὁ βασιλέας, θέλησε μέχρι νὰ ἔρθουν οἱ ἱερεῖς, νὰ οἰκοδομήσῃ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ἡ Ἁγία Νίνα, ἐξέλεξε γιὰ αὐτό, τὸν τόπο στὸν κῆπο, ὅπου ὑπῆρχε ἐκεῖνος ὁ μεγάλος κέδρος. Ἡ Ἁγία τοῦ εἶπε: Ἄς μεταβληθῇ αὐτὸς ὁ φθαρτὸς καὶ πρόσκαιρος κῆπος σὲ πνευματικὸ καὶ ἀθάνατο κῆπο, ὁ ὁποῖος θὰ παράγῃ καρποὺς γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή.

Ὁ κέδρος κόπηκε, καὶ ἀπὸ τοὺς 6 κλάδους του ἔγιναν 6 στῦλοι, ὅπου εὔκολα τοὺς τοποθέτησαν σὲ καίρια σημεῖα γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση. Ὅταν ὅμως ξεκίνησαν νὰ πάρουν τὸν ἕβδομο στύλο, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν κορμὸ τοῦ κέδρου, ὥστε νὰ τὸν τοποθετήσουν ὡς θεμέλιο τοῦ ναοῦ, καμιὰ δύναμη δὲν μπόρεσε νὰ τὸν μετακινήσῃ ἀπὸ τὸν τόπο. Ὅλοι παραξενεύτηκαν μὲ αὐτό. Ἐπειδὴ ἡ ἡμέρα ἔκλινε πρὸς στὴν δύση, ὁ βασιλιὰς ἀναχώρησε λυπημένος γιὰ τὸ σπίτι του, διερωτώμενος: Τί νὰ σημαίνει αὐτό;

Διασκορπίστηκε καὶ ὁ λαός. Ἔμεινε μόνο ἡ Ἁγία Νίνα μὲ τοὺς μαθητές της ἱκετεύοντας ἀδιαλείπτως καὶ μὲ δάκρυα βρέχοντας τὸν κορμὸ τοῦ κέδρου. Πρὶν τὴν αὐγὴ ἐμφανίστηκε στὴν Ἁγία ἕνας θαυμάσιος νέος, καὶ τῆς ψιθύρισε στὸ αὐτὶ τρεῖς μυστηριώδεις λέξεις, τὶς ὁποῖες ὅταν τὶς ἄκουσε, ἔπεσε στὴν γῆ καὶ τὸν προσκύνησε. Τότε ὁ νεανίσκος πλησίασε στὸν στύλο, τὸν ἄρπαξε καὶ τὸν ὕψωσε ψηλὰ στὸν ἀέρα. Ὁ στύλος ἄστραπτε ὅπως ἡ ἀστραπὴ καὶ φώτιζε ὅλη τὴν πόλη. Ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ λαὸς παρατηροῦσαν μὲ φόβο καὶ χαρὰ θαυμάζοντας πὼς αὐτὸς ὁ βαρὺς στύλος, δίχως νὰ κρατιέται ἀπὸ κανέναν, μὲ μιᾶς ὑψώθηκε ψηλὰ στὰ 12 μέτρα, τὴν ἄλλη ἔπεσε κάτω καὶ ἀκουμποῦσε στὴν ῥίζα ὥσπου μεγάλωσε καὶ τέλος στάθηκε καὶ θεμελιώθηκε στὸν τόπο του μόνος του ἀκλόνητος. Ἀπὸ τὸ κάτω μέρος τοῦ στύλου ἄρχισε νὰ τρέχει θαυματουργὸ μύρο, καὶ θεραπεύονταν κάθε εἴδους ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ πίστη πήγαιναν νὰ τὸ μαζέψουν. Ἕνας Ἑβραῖος, τυφλὸς ἐκ γενετῆς, μόλις ἄγγιξε τὸν στύλο, ἀμέσως εἶδε, καὶ πίστεψε. Ἕνα παιδί, τὸ ὁποῖο βρισκόταν γιὰ ἑπτὰ χρόνια στὸ κρεβάτι παράλυτο, ἡ μητέρα του τὸ ἔφερε στὸ στύλο καὶ ἱκέτευσε τὴν Ἁγία νὰ τὸ θεραπεύσῃ. Ἡ Ἁγία Νίνα, μόνο ἄγγιξε τὸν στύλο μὲ τὸ χέρι της, κατόπιν τὸ ἔβαλε στὸ κεφάλι τοῦ ἄῤῥωστου παιδιοῦ καὶ αὐτὸ ἀμέσως ἔγινε καλά. Ἐπειδὴ πλῆθος λαοῦ κατέφθανε, ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τὸν περιτειχίσουν μὲ τεῖχος. Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν μέρα, ἐκεῖνον τὸν τόπον εὐλαβοῦντο πολλοὶ ὄχι μόνο οἱ χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες. Γρήγορα τελείωσε καὶ ὁ ξύλινος ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ πρῶτος στὴν γῆ τῆς Γεωργίας.[11]

ΙΓ) Ἡ βάπτιση τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ λαοῦ

Τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ βασιλιᾶ Μίριαν, ὁ βασιλιὰς Κωνσταντῖνος τοὺς δέχτηκε μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ τιμή. Τοὺς ἔδωσε πολλὰ δώρα, καὶ ἐκείνοι ἐπέστρεψαν στὴν Γεωργία. Μαζί τους πῆγε καὶ ἀπεσταλμένος τοῦ βασιλιὰ Κωνσταντῖνου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας Εὐστάθιος[12], μὲ 2 ἱερεῖς καὶ 3 διακόνου καὶ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ λειτουργικὰ σκεύη. Τότε ὁ Μίριαν ἀμέσως ἐξέδωσε διάταγμα σὲ ὅλους τοὺς ἐπισήμους καὶ ἀξιωματούχους, νὰ ἔλθουν ὅλοι κοντά του στὴν πρωτεύουσα.
Το πηγάδι όπου βαπτίστηκαν οι Άγιοι Μιριάν και Νάνα

Ὅταν συγκεντρώθηκαν, ὁ βασιλιάς, ἐνώπιον ὅλων εὐθὺς ἔλαβε τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, ὅπως καὶ ἡ βασίλισσα καὶ ὅλα τὰ τέκνα τους. Στὸ τέλος τῆς γέφυρας τοῦ ποταμοῦ Κούρα, ὅπου πρὶν ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Ἑβραίου Ἐλιόζ, καὶ κατόπιν εἰδωλολατρικὸς ναός, ἔφτιαξαν βαπτιστήριο, καὶ ἐκεῖ ὁ ἀρχιεπίσκοπος βάπτισε τοὺς ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τοῦ τόπου. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε ἐκεῖνο τὸ μέρος: Μτάβαρτα Σανατλάβη, δηλαδή· Βαπτιστήριο τῶν ἀρχόντων. Λίγο πιὸ κάτω οἱ ἱερεῖς βάπτιζαν τὸν λαό, ὁ ὁποῖος μὲ μεγάλη θέρμη καὶ χαρὰ προσερχόταν στὸ βάπτισμα, ἐνθυμούμενος τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Νίνας: Ὅποιος δὲν γεννηθὴ ἐξ ὕδατος καὶ πνεύματος ἁγίου, δὲν πρόκειται νὰ δῆ ἐκείνη τὴν ζωή, καὶ τὸ αἰώνιο φῶς, ἀλλὰ ἡ ψυχή του θὰ χαθῆ στὸ σκότος τῆς ἀβύσσου. Οἱ ἱερεῖς ταξίδευαν στὶς γύρω πόλεις καὶ στὰ χωριά, καὶ βάπτιζαν τὸν λαό. Ἔτσι γρήγορα καὶ ἐν εἰρήνῃ βαπτίστηκε ὅλη ἡ γῆ τῆς Καρτάλης[13], ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὑψώματα τοῦ Καυκάσου ποὺ δὲν δέχτηκαν τὸ βάπτισμα, ὡς καὶ οἱ Ἑβραῖοι της Μτσχέτα, πλὴν τοῦ Ἀβιάθαρ, τῆς οἰκογένειάς του καὶ ἑτέρων 50 οἰκογενειῶν, οἱ ὅποιες ὅπως ἔλεγαν ἦταν ἀπόγονοι τοῦ Βαραββᾶ. Καὶ σὲ αὐτοὺς ὡς ἔνδειξη εὐαρέσκειας ὁ βασιλιὰς τοὺς δώρισε τὴν περιοχὴ Τσιχε-ντίντι.

Ἔτσι, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐστάθιος μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Νίνα κήρυξε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια τὸν Χριστὸ στὴν γῆ τῆς Γεωργίας. Καὶ ἀφοῦ ὅρισε ὡς λειτουργικὴ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἐγκαινίασε τὸν πρωτόκτιστο ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στη Μτσχέτα, ἔθεσε τὸν πρεσβύτερο Ἰωάννη ἐπίσκοπο Γεωργίας ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ θρόνου τῆς Ἀντιοχείας καὶ ἐπέστρεψε πίσω[14].

Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια ὁ Μίριαν ἔστειλε στὴν βασιλεύουσα νέα ἀποστολὴ, παρακαλώντας τὸν Μεγάλο Κωνσταντῖνο νὰ στείλη στὴν Γεωργία περισσότερους ἱερεῖς, ὥστε στὸ βασίλειό του καθένας νὰ μπορέσει νὰ ἀκούσει τὸν λόγο τῆς σωτηρίας, καὶ σὲ ὅλους νὰ γίνῃ προσιτὴ ἡ εἴσοδος στὴν χάρη καὶ στὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Παρεκάλεσε ἐπίσης νὰ στείλη δόκιμους ναοδόμους καὶ ἐργάτες, ὥστε νὰ χτίσουν τὶς ἐκκλησίες ἀπὸ πέτρες. Κάποιοι λέγουν ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Μίριαν εἶχε προσωπικὴ συνάντηση μὲ τὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, καὶ ταξίδεψε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ παρεκάλεσε ἐκεῖ στὸν τόπο τῶν Θαυμάτων τοῦ Λώτ, νὰ ἱδρύση μοναστήρι στὸν Τίμιο Σταυρό. Μὲ ἁγία ἀγάπη καὶ χαρὰ ἐκπλήρωσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τὸ αἴτημα τοῦ Μίριαν. Μαζὶ μὲ πολὺ χρυσό, καὶ ἄργυρο, ἔδωσε στοὺς ἀπεσταλμένους του τεμάχιο ἀπὸ τὸν Ζωοποιὸ Ξύλο τοῦ Σταυροῦ, τὸν ὁποίο τότε ἡ Ἁγία Ἑλένη εἶχε βρεῖ (τὸ 326 μ. Χ.). τοὺς ἔδωσε καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ καρφιὰ μὲ τὰ ὁποῖα σταυρώθηκαν τὰ πανάχραντα χέρια τοῦ Κυρίου στὸν Σταυρό. Ἐπίσης, τοὺς ἔδωσε σταυρούς, και εἰκόνες τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ και τῆς Παναγίας καθὼς καὶ λείψανα Ἁγίων Μαρτύρων γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τῶν ἐκκλησιῶν. Τότε ἀφέθηκε καὶ ἐπέστρεψε στὸν πατέρα του Μίριαν, ὁ γιὸς καὶ διάδοχος Μπακάρ, ὁ ὁποῖος ἦταν ὄμηρος στὴν Ῥώμη.

Ἐπιστρέφοντας στὴν Γεωργία μὲ πολλοὺς ἱερεῖς καὶ ναοδόμους, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Μίριαν θεμελίωσαν τὸν πρῶτο ναὸ στὸ χωριὸ Ἐρουσέτη (σήμερα Ἀχαλτσίσκο), στὰ σύνορα τῆς γῆς τῶν Καρταλινῶν, καὶ ἄφησαν ἐκεῖ τὸ καρφὶ ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς ὁ ναὸς ἔχει ἀπὸ καιρὸ γκρεμιστεῖ.

Δεύτερο ναὸ οἰκοδόμησαν στὸ χωριὸ Μανγλίς, 50 χιλιόμετρα νοτίως τῆς Τιφλίδος, καὶ ἐκεῖ ἄφησαν τὸ τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου. Στη Μτσχὲτα κατὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ βασιλιὰ καὶ τῆν καθοδήγηση τῆς Ἁγίας Νίνας, ἀνοικοδομήθηκε ὁ πέτρινος ναὸς πρὸς δόξα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, στὸν βασιλικὸ κῆπο, κοντὰ στὴ καλύβη τῆς Ἁγίας Νίνας.
ΙΔ) Ἡ Ἁγία κηρύττει σὲ νέους τόπους

Ἡ Ἁγία Νίνα δὲν εἶδε τὴν ὁλοκλήρωση αὐτοῦ τοῦ μεγαλοπρεπέστατου ναοῦ, γιατὶ ἀποφεύγοντας τὴν δόξα καὶ τὴν τιμή, τὴν ὁποία τῆς ἀπέδιδε ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ λαός, ἀλλὰ καὶ γεμάτη ζῆλο ὥστε νὰ συνεχίσει νὰ δοξάζει τὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν πολυάνθρωπο πόλη στὸ ὄρος, στὰ ἄνυδρα ὕψη τοῦ Ἀράβγου, στὰ σύνορα τῆς περιοχῆς τῆς Καρτάλης. Βρῆκε μία μικρὴ σπηλιά, καλυμμένη μὲ κλαδιὰ δένδρων καὶ παρέμεινε σὲ αὐτήν. Ἐκεῖ μὲ δακρύῤῥοη προσευχή, ἀνέβλυσε γιὰ τὶς ἀνάγκες της νερὸ ἀπὸ τὸν βράχο. Ἕως σήμερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν πηγὴ τὸ νερὸ στάζη ὡσὰν δάκρυα, καὶ ὁ λαὸς τὴν ὀνομάζει πηγὴ τῶν Δακρύων, καὶ γαλακτοῤῥεοῦσα πηγή, γιατὶ δωρίζει γάλα στὰ στεῖρα στήθη τῶν μητέρων.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ κάτοικοι της Μτσχὲτα εἶδαν ἕνα θαυμαστὸ σημεῖο: Μερικὲς νύχτες ἔλαμπε ἕνας σταυρὸς στὸν οὐρανό, μὲ στεφάνι ἀπὸ ἀστέρια καὶ φώτιζε τὸν πρωτόκτιστο ναό. Πρὶν τὴν αὐγή, διαχωρίζονται ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν σταυρὸ τὰ τέσσερα λαμπρότερα ἀστέρια, καὶ ἀπέρχονταν, τὸ πρῶτο στὴν Ἀνατολή, τὸ δεύτερο στὴν Δύση, τὸ τρίτο φώτιζε τὴν ἐκκλησία, ἐνὼ τὸ τέταρτο φώτιζε τὸ ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Νίνας καὶ εἰσήρχετο στὸ ὕψος τοῦ βράχου ὅπου βρισκόταν ἑνα ψηλὸ δένδρο. Οὔτε ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης, οὔτε ὁ βασιλιὰς μποροῦσαν νὰ ἐννοήσουν αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἡ Ἁγία Νίνα ἔκοψε ἐκεῖνο τὸ δένδρο και ἔφτιαξε ἀπὸ αὐτὸ τέσσερις σταυρούς. Τὸν πρῶτο τὸν τοποθέτησε σὲ ἐκεῖνο τὸν βράχο, τὸ δεύτερο στὰ δυτικὰ στὸ ὄρος Τχὸτ ὅπου εἶχε τυφλωθῆ ὁ βασιλιάς, τὸν τρίτο στὴν ἐνάρετη Σαλώμη σύζυγο τοῦ πρίγκηπα Ῥέβ, γιὰ νὰ τὸν στήσῃ στὴν πόλη Οὐτζάρμι, καὶ τὸν τέταρτο τὸ ἔδωσε στὴν περιοχὴ Μπόνμπε ὅπου διοικοῦσε ἡ βασίλισσα Σοφία, καὶ μόλις εἶχε ἀρχίσει νὰ τὴν φωτίζει μὲ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Παίρνοντας μαζί της τὸν πρεσβύτερο Ἰάκωβο καὶ ἕναν διάκονο, ἔφυγε βόρεια, ὀρεινά, πρὸς τὶς πηγὲς τῶν ποταμῶν Ἄραβγι καὶ Ὑιόρι, καὶ γέμισε τὶς ῥεματιὲς τοῦ Καυκάσου μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Οἵ ἄγριοι κάτοικοι τοῦ Τσαλέτι, Ἐρτσό, Τιονέτι καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἀποδέχθηκαν τὸ Εὐαγγέλιον, κατέστρεψαν τὰ εἴδωλά τους καὶ ἔλαβαν τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Ἀπὸ ἐκεῖ ταξίδεψε γιὰ τὸ Κοκαμπέτι καὶ ἔφερε ὅλους τοὺς κατοίκους στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Κατόπιν κατευθύνθηκε στὴν νότια Καχετία, ἔφθασε στὴν περιοχὴ Μπόντμπε καὶ ἐκεῖ παρέμεινε. Ἔφτιαξε στὸ ὕψωμα μιὰ καλύβα γιὰ κατάλυμα. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ζοῦσε στὸ Μπόντμπε ἡ βασίλισσα τῆς Καχετίας Σόντζα (Σοφία). Καὶ ἐκείνη πῆγε νὰ ἀκούσῃ τὴν ὑπέροχη διδασκαλία της. Ὅταν τὴν ἄκουσε δὲν μπόρεσε νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ αὐτήν. Πίστεψε εἰλικρινὰ στὰ σωτηριώδη λόγια της. Καὶ γρήγορα, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀξιωματούχους της καὶ πλῆθος λαοῦ, ἔλαβε τὸ Βάπτισμα.

ΙΕ) Ἡ κοίμηση τῆς Ἁγίας

Ἀφοῦ καὶ στὴν Καχετία ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο ης, πῆρε τὴν πληροφορία ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὅτι πλησάζει τὸ τέλος της. Ἐνημέρωσε σχετικὰ μὲ γράμμα τὸν βασιλέα Μίριαν, καὶ ἐπικαλουμένη γιὰ αὐτὸν καὶ τὴν βασιλεία του τὴν αἰώνια εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν προστασία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ Ἁγία ἔγραψε: Ἐγὼ τώρα, ὡς ξένη καὶ παρεπίδημος, ἀποχωρῶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, καὶ θὰ ἀκολουθήσω τὴν ὁδὸ τῶν πατέρων μου. Σὲ παρακαλῶ βασιλέα, ὅρισε νὰ ἔλθη σὲ μένα ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης, γιὰ νὰ μὲ προετοιμάση γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή, γιατὶ ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου μου εἶναι κοντά.

Διαβάζοντας αὐτὸ τὸ γράμμα το ὁποῖο τὸ ἔφερε ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα Σοφία, ὁ βασιλιάς, ὅλο τὸ ἀνάκτορο καὶ ὁ ἱερὸς κλῆρος ξεκίνησαν γιὰ τὴν ἑτοιμοθάνατη καὶ τὴν πρόλαβαν ἀκόμα ζωντανή. Πλῆθος λαοῦ συγκεντρώθηκε γύρω ἀπὸ τὸ κρεββάτι τῆς ἀσθενοῦς, καὶ τὸ περιέχυσε μὲ δάκρυα καὶ πολλοὶ ἄῤῥωστοι ποὺ τὸ ἄγγιζαν θεραπεύονταν. Τὶς τελευταίες ἡμέρες τῆς ζωῆς της, μὲ τὴν παράκληση τῶν μαθητριῶν της, οἱ ὁποῖες θρηνοῦσαν, ἡ Ἁγία Νίνα τοὺς διηγήθηκε γιὰ τὸ γένος και τὴν ζωῆ της. Ἡ Σαλώμη κατέγραψε τὴν διήγησή της, ἡ ὁποῖα ἐδῶ μὲ συντομία ἀναπτύσσεται, λέγοντας: Ἄς γραφῆ ἡ πτωχὴ καὶ ταπεινὴ ζωή μου, ὥστε νὰ γίνῃ γνωστὴ καὶ στὰ παιδιά σας, ὁπως ἡ πίστης σας καὶ ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία μὲ περιβάλατε. Ἰδιαιτέρως, γιὰ νὰ γίνουν γνωστὲς στὶς μελλοντικὲς γενιές, ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα μὲ τὰ ἴδια σας τὰ μάτια εἴδατε καὶ ἐσεῖς καὶ γίνατε ζωντανοὶ μάρτυρές τους.

Τοὺς εἶπε καὶ κάποιες διδαχὲς ἀκόμα περὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κατόπιν, ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἐπισκόπου μὲ εὐλάβεια κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Παρήγγειλε τὸ σῶμά της νὰ ταφῇ σὲ κείνη τὴν πτωχὴ καλύβη, ὥστε νὰ μὴν μείνη ὀρφανὴ ἡ νεοσύστατη ἐκκλησία τῆς Καχετίας. Καὶ ἔτσι ἐν εἰρήνῃ παρέδωσε τὸ πνεῦμά της στὰ χέρια τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τὸ 335 μ. Χ.

Ὁ βασιλέας, ὁ ἐπίσκοπος, καὶ ὁ λαός, λυπημένοι, θέλησαν νὰ μεταφέρουν τὸ πολύτιμο λείψανο τῆς Ἁγίας στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ της Μτσχέτα, καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν δίπλα στὸν ζωηφόρο ἐκείνον στύλο. Ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ μετακινήσουν τὸ φορεῖο τῆς ἀσκήτριας ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο ποὺ ἡ ἴδια διάλεξε γιὰ τὴν ἀνάπαυσή της, γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἐνταφίασαν ἐκεῖ στην πτωχὴ καλύβη.
Μοναστήρι στο Μπόντμπε όπου βρίσκεται ο τάφος της Αγίας

ΙΣΤ) Ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Νίνας

Πάνω στὸν τάφο της ὁ Μίριαν ἄρχισε νὰ οἰκοδομῆ ναὸ τὸν ὁποῖο ὁλοκλήρωσε ὁ γιός του Μπακάρ[15], τὸ 342 μ. Χ. καὶ τὸ ἀφιέρωσε στὸ ὄνομα τοῦ συγγενοῦς τῆς Ἁγίας Νίνας, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου. Αὐτὸς ὁ ναὸς ποτὲ δὲν καταστράφηκε ἐντελῶς, ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Δίπλα σὲ αὐτὸν ἀνοικοδομήθηκε ἡ Μητρόπολη Μπόντμπε, ἡ ἀρχαιότερη σὲ ὅλη τὴν Καχετία, ἀπὸ τὴν ὁποία τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου διαδόθηκε ἕως τὰ πέρατα τῶν ὀρέων τοῦ ἀνατολικοῦ Καυκάσου.
Ο τάφος της Αγίας Νίνας

Τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας Νίνας ὁ Θεὸς τὸ δόξασε μὲ τὴν ἀφθαρσία· στὸ μνῆμά της γινόνταν πολλὰ καὶ συνεχῆ σημεῖα καὶ θαύματα. Αὐτὰ τὰ εὐλογημένα σημεῖα, ἡ ἰσάγγελος ζωὴ καὶ ὁ ἀποστολικὸς ζῆλός της, παρεκίνησε τὴν νεόφυτη ἐκκλησία τῆς Γεωργίας, μὲ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας νὰ τὴν ὀνομάσουν ἰσαπόστολο καὶ φωτίστρια τῆς Γεωργίας, νὰ τὴν ἐπισημοποιήσουν στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων καὶ νὰ θεσπίσουν πρὸς τιμή της ἑτήσια ἑορτὴ στὶς 14 Ἰανουαρίου τὴν ἡμέρα τῆς μακαρίας κοιμήσεώς της. Ἕως σήμερα ὑπάρχει μικρὴ πέτρινη ἐκκλησία στὸ ὄνομα ταῆς Ἁγίας Νίνας στη Μτσχέτα, τὴν ὁποία ὁ βασιλιὰς Βαχτανγκ Γούργκασλαν[16] οἰκοδόμησε σὲ ἐκεῖνο το ὄρος, στὸν ὁποῖο ἡ Ἁγία Νίνα στὴν ἀρχὴ μὲ τὶς προσευχές της γκρέμισε τὸ εἴδωλο τοῦ Ἀρμάζ.
Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου όπου μέσα βρίσκεται ο τάφος της Αγίας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοῦ Παρακλήτου λαμπρυνθεῖσα τὴ αἴγλη, τῶν Ἀποστόλων ἐμιμήσω τὸν ζῆλον, καὶ τὸν Χριστὸν τοὶς ἔθνεσιν ἐκήρυξας, Νίνα Ἰσαπόστολε, ἐν δυνάμει τὴ θεία, ὅθεν δυσωποῦμεν σέ, ἐκτενῶς ἐκδυσώπει, ὑπὲρ ἠμῶν τὸν πάντων Ποιητήν, τῆς Ἰβηρίας, ἁγία Φωτίστρια.

Έτερο. Ήχος πλ α' . Τον συνάναρχον λόγον
Ως ωραίοι οι πόδες σου οι ζηλώσαντες ακολουθήσαι ταίς τρίβοις των αποστόλων Χριστού, Νίνα σκεύος Παρακλήτου παμφαέστατον’ όθεν τιμώντες σε πιστώς, Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σε αιτούμεν’ ημών τα σκότη λιταίς σου της αγνωσίας πόρρω σκέδασον.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὶς τῶν αἱμάτων σου.
Τῆς εὐσεβείας τὸν δρόμον τελέσασα, ἐν Ἰβηρίᾳ σεμνὴ Ἰσαπόστολε, τῆς ἄνω Σιῶν κατηξίωσαι, Νίνα ἀεὶ τῷ Σωτήρι πρεσβεύουσα, διδόναι ἠμὶν θεῖον ἔλεος.

Βρείτε την Παράκληση της Αγίας Νίνας ΕΔΩ!

Δείτε βίντεο με τον σταυρό της Αγίας ΕΔΩ!

Σημειώσεις
[1] Ἰβηρία ἢ Γεωργία, εἶναι χώρα στὴ Καυκασία, ἡ ὁποία εἶχε ἕως καὶ τὴν συνένωσή της μὲ τὴν Ῥωσία, στὶς 18-012-1801 μ. Χ. μοναρχικὴ βασιλεία, καὶ κατὰ τοὺς διάφορους καιροὺς εἶχε διαφορετικὰ σύνορα. Μὲ τὴν στενὴ ὀνομασία τοῦ ὀνόματος Γεωργία στοὺς σύγχρονους καιροὺς, γίνεται ἀναφορὰ συχνότερα γιὰ τὸ κράτος τῆς Τιφλίδας, ποὺ κατοικεῖται ἀπὸ ἕνα σημαντικὸ μέρος πληθυσμοῦ.
[2] Μτσχέτα, παλαιὰ πρωτεύουσα τῆς Γεωργίας, τώρα μικρὸ χωριὸ μὲ τὸ ὄνομα Ντουσέτσκογκ στὸ κράτος τῆς Τιφλίδας. Τὸν 5ον αἰῶνα ἔγινε ἕδρα τοῦ Πατριάρχη ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸν τίτλο πάσης Μτσχέτα, ἤ καθολικὸς Μτσχέτα.
[3] Καρτβέλοι, φυλὴ τῶν Καυκασίων, Γεωργιανοί.
[4] Ἀρμενία, χώρα γεμάτη βουνά, μεταξὺ τοῦ ποταμοῦ Κούρα καὶ τῶν πηγῶν τῶν Τίγρη καὶ Εὐφράτη.
[5] Ὁ Τηριδάτης ἀνῆλθε στὸν θρόνο τὸ 286 μΧ. Ἀδίστακτος διώκτης τῶν χριστιανῶν. Μετεστράφη ἀπὸ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο, α´ ἐπίσκοπο Ἀρμενίας. Καὶ τὸ 302 μΧ, μετεστράφη καὶ ὅλη ἡ Ἀρμενία.
[6] Την μνήμην τους ἑορτάζουμε στὶς 30/10.
[7] Κούρ, ὁ μεγαλύτερος ποταμὸς τῆς περιοχῆς τῶν Καυκασίων.
[8] Ἄραβγι, ἀριστερὸ ποταμάκι τοῦ Κούρα, τὸ ὁποῖο χύνεται κοντὰ στη Μτσχέτα.
[9] Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος βασίλευσε ἀπὸ τὸ 306-337 μ. Χ.
[10] Ἀφροδίτη, ἑλληνορωμαϊκὴ θεότητα, τῆς ὁμορφιᾶς καὶ τῆς ἀγάπης. Οἱ ἑορτές διεξάγονταν σὲ πλήρη ἀκόλαστη φαυλότητα.
[11] Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔγινε στὶς 6/5/319. Σώζεται ἕως σήμερα στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Τόχτι ὁ ναὸς ποὺ ἵδρυσε ὁ βασιλιὰς Μίριαν.
[12] Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 377 μ.Χ, καὶ ἑορτάζει στὶς 21 Φεβρουαρίου.
[13] Καρτάλη, ὀνομάζεται ἡ γῆ ποὺ ἐκτείνεται κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Κούρα
[14] Ἐννοῦμε τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας.
[15] Μπακάρ, γιὸς τοῦ Μίριαν καὶ διάδοχός του, βασίλευσε ἀπὸ τὸ 342-364 μ. Χ.
[16] Βασίλευε στὴν Γεωργία ἀπὸ το ἔτος 446 ἕως τὸ 459 μ. Χ.

Πηγή: Ἔκδοσις Ἱ. Μ. Ἁγ. Γεωργίου, Ἤλια Αἰδηψοῦ Εὔβοιας, 2002 users.uoa.gr